Δείτε αναλυτικά το καθεστώς που αφορά τις επενδύσεις στις ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ του Αναπτυξιακού νόμου 4399/2016 που δέχεται προτάσεις μέχρι 15 Φεβρουαρίου 2018 μαζί με τους φακέλους τεκμηρίωσης.

Με δεδομένη την πολυπλοκότητα των νέων καθεστώτων που αναπτυξιακού νόμου η συνεργασία με εξειδικευμένους και έμπειρους συμβούλους είναι απολύτως αναγκαία.

Η εταιρία μας με την πολύ χρονη εμπειρία θα είναι στη διάθεσή σας για ανάλυση των καθεστώτων που ικανοποιούν τις ανάγκες σας και τη σωστή προετοιμασία και παρακολούθηση του έργου σας μέχρι την αποπληρωμή της επένδυσής σας.

Γι αυτό επικοινωνήστε μαζί μας για μια πρώτη ενημέρωση.

Άρθρο 1  Σκοπός Διάρκεια Καθεστώτος

Σκοπός του παρόντος καθεστώτος είναι η προώθηση της ισόρροπης ανάπτυξης με σεβασμό στους περιβαλ­λοντικούς πόρους και την υποστήριξη λιγότερο ευνοη­μένων περιοχών της χώρας, η αύξηση της απασχόλησης, η βελτίωση της συνεργασίας και η αύξηση του μέσου μεγέθους των επιχειρήσεων, η τεχνολογική αναβάθμιση, η διαμόρφωση μιας νέας εξωστρεφούς εθνικής ταυτότη­τας (branding), η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας και έντασης γνώσης, η μετακίνηση στην αλυσίδα παραγωγής της αξίας για την παραγωγή πιο σύνθετων προϊόντων, η εξοικονό­μηση των φυσικών πόρων στην προοπτική μιας κυκλι­κής οικονομίας, η προσφορά καλύτερων υπηρεσιών, η προσέλκυση ξένων άμεσων επενδύσεων και εν τέλει η εξασφάλιση καλύτερης θέσης της χώρας στο Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας.

Η ημερομηνία έναρξης της υποβολής αιτήσεων υπα­γωγής επενδυτικών σχεδίων στο παρόν καθεστώς είναι η 19 Οκτωβρίου 2016. Ημερομηνία λήξης του κύκλου υποβολών ορίζεται η 23 Ιανουαρίου 2017.

Ο συνολικός προϋπολογισμός του παρόντος καθεστώ­τος για το έτος 2016 ανέρχεται σε 150.000.000 ευρώ, εκ των οποίων τα 70.000.000 ευρώ που αφορούν τα είδη ενίσχυσης της επιχορήγησης, της επιδότησης χρημα­τοδοτικής μίσθωσης και της επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης προέρχονται από τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων και τα 80.000.000 ευρώ αφορούν το είδος ενίσχυσης της φο­ρολογικής απαλλαγής.

Άρθρο 2 Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας προκήρυξης, εκτός από τους ορισμούς που περιλαμβάνονται σε αυτήν, ισχύουν και οι ορισμοί του άρθρου 2 του Γενικού Απαλ­λακτικού Κανονισμού (Γ.Α.Κ.  Κανονισμός 651/2014 της Επιτροπής).

Άρθρο 3 Εφαρμοστέο Δίκαιο

  1. Οι ενισχύσεις του παρόντος καθεστώτος χορηγού­νται με την επιφύλαξη των διατάξεων του Γ.Α.Κ. Οι δια­τάξεις του ως άνω Κανονισμού εφαρμόζονται για όλα τα θέματα τα οποία δεν ρυθμίζονται ρητά στον παρόν καθεστώς.
  2. Στις ενισχύσεις του παρόντος για τις οποίες αξιοποιούνται και πόροι των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων, έχουν εφαρμογή οι πρόσθετοι όροι και προϋποθέσεις του ενωσιακού και εθνικού δι­καίου που διέπουν τις ενισχύσεις αυτές.

Άρθρο 4 Γενικοί κανόνες χορήγησης των ενισχύσεων

Στα καθεστώτα ενισχύσεων του παρόντος εφαρμόζο­νται οι παρακάτω γενικοί κανόνες:

  1. Ενιαίο Επενδυτικό Σχέδιο (άρθρο 14 παρ. 13 εδ. α' Γ.Α.Κ.)

Γ ια την εφαρμογή του παρόντος καθεστώτος ενισχύσε­ων θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο επενδυτικό σχέδιο και κάθε αρχική επένδυση του ίδιου δικαιούχου (σε επίπεδο ομίλου) περιλαμβανομένων και των συνδεδεμένων ή συνεργαζόμενων επιχειρήσεων, η οποία αρχίζει εντός τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης των εργα­σιών για άλλη ενισχυόμενη επένδυση στην ίδια Περιφε­ρειακή Ενότητα (Nuts 3) του Κανονισμού (ΕΚ) 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 154). Ως ημερομηνία έναρξης εργασιών του πρώτου επενδυτικού σχεδίου νοείται η πραγματική ημερομηνία έναρξης εργασιών του επενδυτικού σχεδίου. Όταν το ενιαίο επενδυτικό σχέδιο αποτελεί μεγάλο επενδυτικό σχέδιο (επιλέξιμο κόστος άνω των 50.000.000 €) το συνο­λικό ποσό της ενίσχυσης για το ενιαίο έργο δεν μπορεί να υπερβαίνει το προσαρμοσμένο ποσό ενίσχυσης για μεγάλα επενδυτικά σχέδια, όπως αυτά ορίζονται στην περ. δ της παρ. 1 του άρθρου 11.

  1. Κανόνες Σώρευσης

α. Επενδυτικά σχέδια που ενισχύονται βάσει των κα­θεστώτων του παρόντος δεν επιτρέπεται να υπαχθούν σε άλλο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων ή καθεστώς «ήσσονος σημασίας» (de minimis).

β. Για να εξακριβωθεί η τήρηση των ορίων στις μέγι­στες εντάσεις ενίσχυσης και στα μέγιστα ποσά ενίσχυ­σης που προβλέπονται στο Γ.Α.Κ. για το παρόν καθεστώς λαμβάνεται υπόψη το συνολικό ποσό των ενισχύσεων που χορηγούνται κατά περίπτωση στο ενισχυόμενο επενδυτικό σχέδιο και στην επιχείρηση και ελέγχεται η περίπτωση τεχνητής κατάτμησής του (άρθρα 4 παρ. 2 και 8 παρ. 1 Γ.Α.Κ.).

γ. Σε περιπτώσεις συνδυασμού των ενισχύσεων του παρόντος με ενωσιακή χρηματοδότηση, η οποία υπόκειται σε κεντρική διαχείριση από τα θεσμικά όργανα, τους οργανισμούς, τις κοινές επιχειρήσεις ή άλλους φορείς της Ένωσης και δεν τελεί υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο του Κράτους, ισχύουν τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 2 Γ.Α.Κ.

  1. Αρχή «Deggendorf»

Στα καθεστώτα ενισχύσεων του παρόντος δεν μπορούν να υπαχθούν σχέδια φορέων για τους οποίους εκκρεμεί διαδικασία ανάκτησης ενισχύσεων κατόπιν προηγούμε­νης απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με την οποία οι ενισχύσεις αυτές έχουν κηρυχθεί παράνομες και ασυμβί­βαστες προς την εσωτερική αγορά (άρθρο 1 παρ. 4 Γ.Α.Κ.). Κάθε επενδυτής, κατά την υποβολή της αίτησης υπαγωγής στον παρόντα νόμο, οφείλει να δηλώνει ότι δεν έχει λάβει οποιαδήποτε κρατική ενίσχυση σε βάρος της οποίας έχει κινηθεί η διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου.

  1. Χαρακτήρας Κινήτρου

Οι ενισχύσεις των καθεστώτων του παρόντος λειτουρ­γούν ως κίνητρο, με την έννοια του άρθρου 6 Γ.Α.Κ., για την περαιτέρω ανάπτυξη δραστηριοτήτων ή έργων και δεν παρέχονται για δραστηριότητες, τις οποίες θα ανέπτυσσε ούτως ή άλλως ο δικαιούχος, ακόμη και αν δεν του είχε χορηγηθεί η ενίσχυση. Οι ενισχύσεις έχουν χαρακτήρα κι­νήτρου, μόνο εφόσον ο δικαιούχος έχει υποβάλει γραπτή αίτηση υπαγωγής σε καθεστώς ενίσχυσης πριν από την έναρξη των εργασιών του επενδυτικού σχεδίου.

Έναρξη των εργασιών είναι το πρώτο χρονικά σημείο μεταξύ είτε της έναρξης των κατασκευαστικών εργασι­ών που αφορούν την επένδυση είτε της πρώτης νομικά δεσμευτικής ανάληψης υποχρέωσης για την παραγγελία εξοπλισμού ή άλλης ανάληψης υποχρέωσης που καθι­στά μη αναστρέψιμη την επένδυση. Η αγορά γης και οι προπαρασκευαστικές εργασίες, όπως η λήψη αδειών και η εκπόνηση μελετών σκοπιμότητας, δεν θεωρούνται έναρξη των εργασιών. Για τις εξαγορές, ως έναρξη των εργασιών νοείται η στιγμή απόκτησης των στοιχείων ενεργητικού που συνδέονται άμεσα με την αποκτηθείσα εγκατάσταση (άρθρο 2 στοιχείο 23 Γ.Α.Κ.). Η έναρξη ερ­γασιών του επενδυτικού σχεδίου πριν την υποβολή της αίτησης υπαγωγής έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης για το σύνολο του επενδυτικού σχεδίου.

  1. Κανόνας μη διάκρισης και της προσβασιμότητας ατόμων με αναπηρία.

Τα επενδυτικά σχέδια που υπάγονται στα καθεστώτα ενίσχυσης του παρόντος οφείλουν να διασφαλίζουν τις απαραίτητες συνθήκες, ώστε να μη δημιουργούνται δι­ακρίσεις σε βάρος ευπαθών ομάδων, ιδίως ως προς την προσβασιμότητα σε υποδομές, υπηρεσίες και αγαθά.

Άρθρο 5 Όροι και προϋποθέσεις υπαγωγής

  1. Συμμετοχή φορέα στο κόστος του επενδυτικού σχεδίου

Η συμμετοχή του φορέα στο συνολικό επιλέξιμο κό­στος του επενδυτικού σχεδίου μπορεί να γίνει είτε μέσω ιδίων κεφαλαίων είτε με εξωτερική χρηματοδότηση, με την προϋπόθεση ότι το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) αυτού δεν περιέχει καμία κρατική ενίσχυση, δημόσια στήριξη ή παροχή (άρθρο 14 παρ. 14 Γ.Α.Κ.).

Η συμμετοχή του φορέα στο ενισχυόμενο κόστος συμβατικής επένδυσης υπολογίζεται στο σύνολο των ενισχυόμενων δαπανών αυτού, αφού αφαιρεθεί το ποσό της αιτούμενης επιχορήγησης εφόσον προβλέπεται στο χρηματοδοτικό σχήμα, και μπορεί να καλύπτεται με τους ακόλουθους τρόπους:

Α. Κάλυψη του ενισχυόμενου κόστους του επενδυτι­κού σχεδίου ή τμήματος αυτού με ίδια κεφάλαια:

α. με αύξηση του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου του φορέα του επενδυτικού σχεδίου από νέες εισφορές σε μετρητά των εταίρων.

Η αύξηση του κεφαλαίου υφιστάμενων επιχειρήσε­ων μπορεί να γίνεται και πριν την υποβολή της αίτησης υπαγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι πραγματοποιήθηκε μέσα στους τελευταίους δώδεκα μήνες ή στους είκο­σι τέσσερις μήνες προκειμένου για εταιρείες που είναι εισηγμένες σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά.

Στην περίπτωση αυτή, η αύξηση έχει ως αποκλειστικό σκοπό την χρησιμοποίηση του νέου κεφαλαίου ως ίδια συμμετοχή στη συγκεκριμένη επένδυση βάσει της σχε­τικής απόφασης των εταίρων ή της Γενικής Συνέλευσης τους κατά περίπτωση, και υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου, το κεφάλαιο αυτό αποδεδειγμένα υφίσταται με τη μορφή διαθεσίμων της εταιρείας και δεν έχει αναλωθεί.

β. με αύξηση του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου του φορέα του επενδυτικού σχεδίου με κεφαλαιοποίηση αποθεματικών και με την προϋπόθεση της επαρκούς ρευστότητας της επιχείρησης, μετά την αφαίρεση του ποσού των διαθεσίμων της, που πρόκειται να χρησιμο­ποιηθεί για την κάλυψη της συμμετοχής του φορέα με ίδια κεφάλαια,

γ. με την ανάλωση υφιστάμενων αποθεματικών, τα οποία στην περίπτωση αυτή δεσμεύονται σε ειδικό λογα­ριασμό και δεν μπορούν να διανεμηθούν πριν την παρέ­λευση επτά ετών προκειμένου για μεγάλες επιχειρήσεις, ή πέντε ετών, προκειμένου για μεσαίες επιχειρήσεις ή τριών ετών, προκειμένου για μικρές ή πολύ μικρές, από την ημερομηνία ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου και την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας της επέν­δυσης.

 Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται υπό την προϋπόθεση ότι κατά την αξιολόγηση του επενδυτικού σχεδίου διαπιστώνεται η επάρκεια της ρευστότητας της επιχείρησης, μετά την αφαίρεση του ποσού των διαθε­σίμων της, που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη της συμμετοχής του φορέα με ίδια κεφάλαια,

δ. με εκποίηση στοιχείων ενεργητικού της επιχείρη­σης (που αφορούν αποκλειστικά γήπεδα, κτίρια, και μη­χανολογικό εξοπλισμό,) με απόδειξη της δυνατότητας πώλησης. Στην περίπτωση αυτή, το ποσό που δύναται να ληφθεί υπόψη για την κάλυψη των ιδίων κεφαλαίων ορίζεται ανά περίπτωση ως εξής:

Στην περίπτωση γηπέδου ή κτηρίου, το ποσό της αντικειμενικής του αξίας.

ii. Στην περίπτωση μηχανημάτων το ποσό της εκτίμη­σης ανεξάρτητου πιστοποιημένου εκτιμητή.

Β. Κάλυψη του ενισχυόμενου κόστους του επενδυτικού σχεδίου ή τμήματος αυτού με εξωτερική χρηματοδό­τηση:

α. με τραπεζικό δάνειο ή δάνειο από άλλους χρημα­τοδοτικούς οργανισμούς ή ομολογιακό δάνειο εκδιδόμενο με δημόσια ή μη εγγραφή, τριετούς τουλάχιστον διάρκειας, αποκλειόμενης της μορφής του αλληλόχρεου λογαριασμού. Σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη της σχετι­κής δανειακής σύμβασης, το ως άνω δάνειο συνάπτεται αποκλειστικά για την πραγματοποίηση του επενδυτικού σχεδίου.

Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που στις εξασφα­λίσεις του δανείου εμπεριέχεται ενεχυρίαση μετρητών και ο φορέας του επενδυτικού σχεδίου αιτείται τη χρη­ματοδότηση τμήματος του επενδυτικού σχεδίου και με ίδια κεφάλαια, προκειμένου να αποδεικνύεται η επάρ­κεια των τελευταίων, αυτά θα πρέπει να υπερβαίνουν το απαιτούμενο ποσό τουλάχιστον κατά το ποσό της ενεχυρίασης.

Στο Παράρτημα 1 ορίζονται τα αποδεκτά δικαιολογητικά τεκμηρίωσης της δυνατότητας κάλυψης του ενισχυ­όμενου κόστους του επενδυτικού σχεδίου από το φορέα του επενδυτικού σχεδίου.

Για την περίπτωση που στο επενδυτικό σχέδιο παρέχε­ται επιδότηση μισθολογικού κόστους επί των δαπανών της δημιουργούμενης απασχόλησης, η κάλυψη του μη ενισχυόμενου τμήματος αυτών μπορεί να γίνεται με ίδια κεφάλαια ή με εξωτερική χρηματοδότηση που δεν πε­ριορίζονται στους ανωτέρω περιγραφόμενους τρόπους των περιπτώσεων Α και Β.

  1. Ελάχιστο ύψος επενδυτικών σχεδίων

Το ελάχιστο επιλέξιμο ύψος της επένδυσης για την υπαγωγή επενδυτικών σχεδίων στο παρόν καθεστώς ενίσχυσης ορίζεται με βάση το μέγεθος του φορέα, ήτοι:

α. για μεγάλες επιχειρήσεις, στο ποσό των πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ,

β. για μεσαίες επιχειρήσεις και συνεταιρισμούς στο ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ,

γ. για μικρές επιχειρήσεις, στο ποσό των εκατόν πενή­ντα χιλιάδων (150.000) ευρώ,

δ. για πολύ μικρές επιχειρήσεις, στο ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ,

ε. για τις Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (Κοιν.Σ.Επ.) του N. 4019/2011 (Α' 216), καθώς και τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς (ΑΣ), τις Ομάδες Παραγω­γών (ΟΠ) και τις Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (ΑΕΣ) του Ν. 4384/2016 (Α' 78) στο ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

Για τις ανάγκες του παρόντος καθεστώτος, το μέγεθος του φορέα του επενδυτικού σχεδίου προσδιορίζεται με βάση την εταιρική σύνθεση που δηλώνεται ότι αυτός θα έχει κατά το χρόνο έναρξης εργασιών του επενδυτι­κού σχεδίου, και όχι με βάση την εταιρική σύνθεση του χρόνου υποβολής της αίτησης υπαγωγής.

Για το λόγο αυτό ο φορέας θα πρέπει να προσδιορίσει τυχόν συνδεδεμένες ή συνεργαζόμενες επιχειρήσεις με βάση την εταιρική σύνθεση όπως θα ισχύει κατά το χρόνο έναρξης εργασιών και να υποβάλει τα σχετικά δικαιολογητικά τεκμηρίωσης (οικονομικά στοιχεία και τις υφιστάμενες θέσεις απασχόλησης αυτών για τα δύο τελευταία έτη πριν την υποβολή της αίτησης υπαγωγής).

  1. Περιεχόμενο επενδυτικού σχεδίου  Χαρακτήρας αρχικής επένδυσης

Τα επενδυτικά σχέδια που υπάγονται στο παρόν κα­θεστώς ενισχύσεων, θα πρέπει να έχουν το χαρακτήρα αρχικής επένδυσης (άρθρο 2 στοιχείο 49 Γ.Α.Κ.) και συ­γκεκριμένα να πληρούν μία από τις ακόλουθες προϋ­ποθέσεις:

α. Δημιουργία νέας μονάδας.

β. Επέκταση της δυναμικότητας υφιστάμενης μονά­δας. Η πρόσθετη δυναμικότητα της μονάδας λόγω του επενδυτικού σχεδίου μπορεί να γίνει αποδεκτή μόνον εφόσον η υφιστάμενη δυναμικότητα της μονάδας μπο­ρεί να πιστοποιηθεί από επίσημα στοιχεία τεκμηρίωσης.

γ. Διαφοροποίηση της παραγωγής μιας μονάδας σε προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν έχουν παραχθεί ποτέ σε αυτήν, με τον όρο ότι οι επιλέξιμες δαπάνες υπερ­βαίνουν τουλάχιστον κατά 200% τη λογιστική αξία των στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται εκ νέου, όπως έχει καταγραφεί στο οικονομικό έτος που προη­γείται της αίτησης υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου. Σε περίπτωση που ο φορέας του επενδυτικού σχεδίου δεν έχει κατά την υποβολή της αίτησης υπαγωγής μία τουλάχιστον κλεισμένη διαχειριστική χρήση ή που στα υποβληθέντα οικονομικά στοιχεία δεν αποτυπώνεται η παραπάνω προϋπόθεση, τεκμαίρεται η μη πλήρωση του σχετικού κριτηρίου.

δ. Θεμελιώδη αλλαγή του συνόλου της παραγωγικής διαδικασίας υφιστάμενης μονάδας, με τον όρο ότι οι επιλέξιμες δαπάνες υπερβαίνουν τις αποσβέσεις κατά τη διάρκεια των τριών προηγούμενων οικονομικών ετών των στοιχείων ενεργητικού που συνδέονται με τη δραστηριότητα, η οποία πρόκειται να εκσυγχρονιστεί. Σε περίπτωση που δεν αποτυπώνονται σαφώς οι συνδε­όμενες με την δραστηριότητα αποσβέσεις, τεκμαίρεται η μη πλήρωση του σχετικού κριτηρίου.

ε. απόκτηση του συνόλου στοιχείων ενεργητικού, που ανήκουν σε επιχειρηματική εγκατάσταση που έχει κλεί­σει και η οποία αγοράζεται από επενδυτή που δεν σχε­τίζεται με τον πωλητή και αποκλείει την απλή εξαγορά των μετοχών μιας επιχείρησης.

Σε περίπτωση επενδυτικών σχεδίων που έχουν ως κύριο τόπο εγκατάστασης περιοχή που πληροί τις προ­ϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ' της Συνθήκης (Περιφέρειες Αττικής και Νοτίου Αιγαίου), οι ενισχύσεις σε μεγάλες επιχειρήσεις χορηγούνται μόνο για αρχική επένδυση για νέα οικονομική δραστηριότητα στη συγκεκριμένη περιοχή. Ως νέα οικονομική δραστη­ριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα που δεν εμπίπτει στην ίδια τάξη (τετραψήφιος αριθμητικός κωδικός ΚΑΔ στατιστικής ταξινόμησης) με ήδη ασκούμενη από το φορέα δραστηριότητα.

Άρθρο 6 Δικαιούχοι υπαγόμενων επενδυτικών σχεδίων

  1. Δικαιούχοι των ενισχύσεων του παρόντος καθεστώ­τος ενισχύσεων είναι οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστη­μένες ή έχουν υποκατάστημα στην ελληνική επικράτεια κατά τη χρονική στιγμή έναρξης εργασιών του επενδυ­τικού σχεδίου και έχουν μία από τις ακόλουθες μορφές:

α. ατομική επιχείρηση,

β. εμπορική εταιρεία,

γ. συνεταιρισμός,

δ. Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (Κοιν.Σ.Επ.) του N. 4019/2011 (Α' 216), Αγροτικοί Συνεταιρισμοί (ΑΣ), Ομάδες Παραγωγών (ΟΠ), Αγροτικές Εταιρικές Συμπρά­ξεις (ΑΕΣ) του N. 4384/2016 (Α' 78),

ε. υπό ίδρυση ή υπό συγχώνευση εταιρείες, με την υπο­χρέωση να έχουν ολοκληρώσει τις διαδικασίες δημοσιότητας πριν την έναρξη εργασιών του επενδυτικού σχεδίου, στ. επιχειρήσεις που λειτουργούν με τη μορφή κοινο­πραξίας με την προϋπόθεση καταχώρισής τους στο ΓΕΜΗ,

ζ. δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις και θυγατρικές τους, εφόσον:

αα. δεν τους έχει ανατεθεί η εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού,

ββ. δεν έχει ανατεθεί από το κράτος αποκλειστικά σε αυτούς η προσφορά υπηρεσιών,

γγ. δεν επιχορηγείται η λειτουργία τους με δημόσιους πόρους για το διάστημα τήρησης των μακροχρόνιων υποχρεώσεων του άρθρου 21.

  1. Οι επιχειρήσεις, των οποίων το επιλέξιμο ύψος των επενδυτικών σχεδίων υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ και υπάγονται στα καθεστώτα ενίσχυσης του παρόντος, υποχρεούνται να λάβουν τη νο­μική μορφή εμπορικής εταιρείας ή συνεταιρισμού πριν την έναρξη εργασιών του επενδυτικού σχεδίου.
  2. Δεν θεωρούνται δικαιούχοι και εξαιρούνται από τις ενισχύσεις του παρόντος καθεστώτος:

α) οι προβληματικές επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στην παράγραφο 18 του άρθρου 2 Γ.Α.Κ. (άρθρο 1 παρ. 4 πε­ρίπτωση γ' Γ.Α.Κ.),

β) επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν προβεί σε παύση της ίδιας ή παρεμφερούς δραστηριότητας εντός του Ευρω­παϊκού Οικονομικού Χώρου κατά τη διετία πριν από την υποβολή της αίτησής τους για περιφερειακή επενδυτική ενίσχυση ή που, κατά τη χρονική στιγμή υποβολής της αίτησής τους για ενίσχυση, έχουν προγραμματίσει να προβούν σε παύση της εν λόγω δραστηριότητας εντός μέγιστου χρονικού διαστήματος δύο (2) ετών μετά την ολοκλήρωση του επενδυτικού σχεδίου για την οποία έχουν υποβάλει αίτηση ενίσχυσης στη συγκεκριμένη περιοχή (άρθρο 13 περίπτωση δ' Γ.Α.Κ.),

γ) επιχειρήσεις που υλοποιούν επενδυτικά σχέδια που πραγματοποιούνται με πρωτοβουλία και για λογαριασμό του Δημοσίου, βάσει σχετικής σύμβασης εκτέλεσης έρ­γου, παραχώρησης ή παροχής υπηρεσιών.

Άρθρο 7 Υπαγόμενα και εξαιρούμενα επενδυτικά σχέδια

  1. Στο καθεστώς ενισχύσεων του παρόντος υπάγονται επενδυτικά σχέδια όλων των τομέων της οικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων.
  2. Δεν υπάγονται στα καθεστώτα ενισχύσεων του πα­ρόντος νόμου επενδυτικά σχέδια:

Α. Σύμφωνα με την περίπτωση α' του άρθρου 13 του Γ.Α.Κ. κατά κατηγορία:

αα. στον τομέα του χάλυβα, όπως ορίζεται στο στοιχείο 43 του άρθρου 2 Γ.Α.Κ., κατά κατηγορία,

ββ. στον τομέα των συνθετικών ινών, όπως ορίζεται στο στοιχείο 44 του άρθρου 2 Γ.Α.Κ., κατά κατηγορία,

γγ. στον τομέα του άνθρακα, όπως ο άνθρακας ορί­ζεται στο στοιχείο 13 του άρθρου 2 Γ.Α.Κ., σχετικά με κρατικές ενισχύσεις προς τη βιομηχανία άνθρακα,

δδ. στον τομέα της ναυπηγίας.

εε. στον τομέα παραγωγής, διανομής και υποδομών ενέργειας,

στστ. στον τομέα μεταφορών (και η συναφής υποδο­μή), όπως ορίζεται στο στοιχείο 45 του άρθρου 2 Γ.Α.Κ., κατά κατηγορία.

Β. Με βάση την «Εθνική Ονοματολογία Οικονομικών Δραστηριοτήτων  Κωδικοί Αριθμοί Δραστηριότητας 2008» [υ.α. 1100330/1954/ΔΜ/2008 (Β' 2149) και Εγκ./ Πολ. 1133/2008]:

05 (Εξόρυξη άνθρακα και λιγνίτη) έως και 09 (Υπο­στηρικτικές δραστηριότητες εξόρυξης).

36 Συλλογή, επεξεργασία και παροχή νερού εκτός των υπηρεσιών αφαλάτωσης θαλασσινού νερού απο­κλειστικά με χρήση ΑΠΕ.

41 Κατασκευές κτηρίων.

42 Έργα πολιτικού μηχανικού.

43 Εξειδικευμένες κατασκευαστικές δραστηριότητες. 45 Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανο­κίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών.

46 Χονδρικό εμπόριο.

47 Λιανικό εμπόριο.

52 Αποθήκευση και υποστηρικτικές προς τη μεταφο­ρά δραστηριότητες, με την επιφύλαξη της περίπτωσης α' της παραγράφου 4,

53 Ταχυδρομικές και ταχυμεταφορικές δραστηρι­ότητες.

55 Καταλύματα, με την επιφύλαξη της περίπτωσης β' της παραγράφου 4.

56 Δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης.

60 Δραστηριότητες προγραμματισμού και ραδιοτη­λεοπτικών εκπομπών.

64 Δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. 65 Ασφαλιστικά, αντασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία.

66 Δραστηριότητες συναφείς προς τις χρηματοπι­στωτικές υπηρεσίες και τις ασφαλιστικές δραστηριό­τητες.

68 Διαχείριση ακίνητης περιουσίας.

69 Νομικές και λογιστικές δραστηριότητες.

70 Δραστηριότητες κεντρικών γραφείων  δραστη­ριότητες παροχής συμβουλών διαχείρισης.

71 Αρχιτεκτονικές δραστηριότητες και δραστηριότη­τες μηχανικών  τεχνικές δοκιμές και αναλύσεις.

72 Επιστημονική έρευνα και ανάπτυξη.

73 Διαφήμιση και έρευνα αγοράς.

75 Κτηνιατρικές δραστηριότητες.

77 Δραστηριότητες ενοικίασης και εκμίσθωσης.

78 Δραστηριότητες απασχόλησης.

79 Δραστηριότητες ταξιδιωτικών πρακτορείων, γρα­φείων οργανωμένων ταξιδίων και υπηρεσιών κρατήσε­ων και συναφείς δραστηριότητες.

80 Δραστηριότητες παροχής προστασίας και έρευ­νας.

81 Δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών σε κτήρια και εξωτερικούς χώρους.

82 Διοικητικές δραστηριότητες γραφείου, γραμμα­τειακή υποστήριξη και άλλες δραστηριότητες παροχής υποστήριξης προς τις επιχειρήσεις.

84 Δημόσια διοίκηση και άμυνα  υποχρεωτική κοι­νωνική ασφάλιση.

85 Εκπαίδευση.

86 Δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας, εξαιρουμένων των επενδυτικών σχεδίων τουρισμού υγείας και ιατρικού τουρισμού.

87 Δραστηριότητες βοήθειας με παροχή καταλύμα­τος, εξαιρουμένων των επενδυτικών σχεδίων τουρισμού υγείας και ιατρικού τουρισμού.

88 Δραστηριότητες κοινωνικής μέριμνας χωρίς πα­ροχή καταλύματος.

90 Δημιουργικές δραστηριότητες, τέχνες και διασκέ­δαση.

91 Δραστηριότητες βιβλιοθηκών, αρχειοφυλακείων, μουσείων και λοιπές πολιτιστικές δραστηριότητες, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3.

92 Τυχερά παιχνίδια και στοιχήματα.

93 Αθλητικές δραστηριότητες και δραστηριότητες διασκέδασης και ψυχαγωγίας, με την επιφύλαξη της υπο­περίπτωσης στστ' της περίπτωσης β' της παραγράφου 4.

94 Δραστηριότητες οργανώσεων.

95 Επισκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδών ατομικής ή οικιακής χρήσης.

96 Άλλες δραστηριότητες παροχής προσωπικών υπη­ρεσιών, με την επιφύλαξη της υποπερίπτωσης στστ' της περίπτωσης β' της παραγράφου 4.

97 Δραστηριότητες νοικοκυριών ως εργοδοτών οι­κιακού προσωπικού.

98 Δραστηριότητες ιδιωτικών νοικοκυριών, που αφο­ρούν την παραγωγή μη διακριτών αγαθών και υπηρεσι­ών για ίδια χρήση.

99 Δραστηριότητες εξωχώριων οργανισμών και φο­ρέων.

  1. Στον μη υπαγόμενο στα καθεστώτα ενισχύσεων του παρόντος ΚΑΔ 91 κατ' εξαίρεση ενισχύονται οι δρα­στηριότητες:

α. 91.01.11 (Υπηρεσίες βιβλιοθηκών),

β. 91.02 (Δραστηριότητες μουσείων).

  1. α. Στον τομέα αποθήκευσης και υποστηρικτικών προς τη μεταφορά δραστηριοτήτων κατ' εξαίρεση ενι­σχύονται οι κλάδοι:

αα. 52.22.11.05 [Υπηρεσίες τουριστικών λιμανιών (μα­ρίνων)],

ββ. 52.22.11.06 (Υπηρεσίες λειτουργίας υδατοδρομίων) και,

γγ. 52.29.19.03 [Υπηρεσίες μεταφοράς με διαχείριση της αλυσίδας εφοδιασμού προς τρίτους (logistics)].

β. Στον τομέα του τουρισμού, κατ' εξαίρεση υπάγονται στα καθεστώτα ενισχύσεων επενδυτικά σχέδια: αα. ίδρυσης ή επέκτασης ξενοδοχειακών μονάδων τουλάχιστον τριών (3) αστέρων, ββ. εκσυγχρονισμού ολοκληρωμένης μορφής ξενο­δοχειακών μονάδων που ανήκουν ή αναβαθμίζονται σε κατηγορία τουλάχιστον τριών (3) αστέρων, αφού παρέλ­θει πενταετία από την έναρξη λειτουργίας της μονάδας (έκδοση σήματος λειτουργίας) ή από την ημερομηνία που αναφέρεται στην απόφαση ολοκλήρωσης της προ­ηγούμενης επένδυσης εκσυγχρονισμού ολοκληρωμένης μορφής της μονάδας, (εφόσον τμήμα της εντάσσεται στο εξεταζόμενο επενδυτικό σχέδιο).

γγ. επέκτασης και εκσυγχρονισμού ολοκληρωμένης μορφής ξενοδοχειακών μονάδων που έχουν διακόψει τη λειτουργία τους, με την προϋπόθεση ότι στο διάστημα διακοπής δεν έχει γίνει αλλαγή χρήσης του κτηρίου και ότι μέσω της επέκτασης ή του εκσυγχρονισμού ολοκλη­ρωμένης μορφής αναβαθμίζονται σε κατηγορία τουλά­χιστον τριών (3) αστέρων, δδ. ίδρυσης, επέκτασης και εκσυγχρονισμού ολοκλη­ρωμένης μορφής Τουριστικών Οργανωμένων Κατασκη­νώσεων (camping), τα οποία ανήκουν ή αναβαθμίζονται σε κατηγορία τουλάχιστον τριών (3) αστέρων, εε. ίδρυσης και εκσυγχρονισμού ολοκληρωμένης μορ­φής ξενοδοχειακών μονάδων εντός χαρακτηρισμένων παραδοσιακών ή διατηρητέων κτηρίων, τα οποία ανή­κουν ή αναβαθμίζονται σε κατηγορία τουλάχιστον δύο (2) αστέρων,

στστ. εγκαταστάσεων Ειδικής Τουριστικής Υποδομής {συνεδριακά κέντρα, γήπεδα γκολφ, τουριστικοί λιμένες, χιονοδρομικά κέντρα, θεματικά πάρκα, εγκαταστάσεις ιαματικού τουρισμού [μονάδες ιαματικής θεραπείας, κέντρα ιαματικού τουρισμού  θερμαλισμού, κέντρα θαλασσοθεραπείας, κέντρα αναζωογόνησης (spa)], κέ­ντρα προπονητικού αθλητικού τουρισμού, ορειβατικά καταφύγια, αυτοκινητοδρόμια}, όπως αυτές ορίζονται στο N. 4276/2014 (Α' 155), ζζ. ίδρυσης ξενώνων φιλοξενίας νέων, εφόσον οι δικαι­ούχοι είναι συνεταιρισμοί ή Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (Κοιν. Σ.Επ.).

Άρθρο 8 Επιλέξιμες δαπάνες περιφερειακών ενισχύσεων.

  1. Ως επιλέξιμες δαπάνες των επενδυτικών σχεδίων για την εφαρμογή του παρόντος καθεστώτος ενισχύσεων νοούνται οι κάτωθι, με τους όρους και τις προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων:

α. επενδυτικές δαπάνες σε ενσώματα στοιχεία ενερ­γητικού,

β. επενδυτικές δαπάνες σε άυλα στοιχεία ενεργητικού,

γ. το μισθολογικό κόστος των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται ως αποτέλεσμα της υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου υπολογιζόμενο για περίοδο δύο (2) ετών από τη δημιουργία κάθε θέσης. Το ως άνω μισθολογικό κόστος αποτελεί επιλέξιμη δαπάνη προς ενίσχυση μόνο αυτοτελώς και όχι σε συνδυασμό με τις περιπτώσεις α' ή/και β'.

  1. Ως επιλέξιμο κόστος ορίζεται το κόστος των δα­πανών, οι οποίες επιτρέπεται να ενισχυθούν βάσει του ενωσιακού και εθνικού δικαίου. Ως ενισχυόμενο κόστος ορίζεται το μέρος των επιλέξιμων δαπανών, το οποίο τελικά ενισχύεται βάσει των ορίων και περιορισμών του παρόντος. Γ ια να θεωρηθεί ένα επενδυτικό σχέδιο ολο­κληρωμένο, θα πρέπει να πιστοποιηθεί η υλοποίηση του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου του συνόλου του επιλέξιμου κόστους και όχι μόνο του ενισχυόμενου.
  2. Οι επιλέξιμες δαπάνες σε ενσώματα στοιχεία ενερ­γητικού είναι οι ακόλουθες:

α. Η κατασκευή, η επέκταση, ο εκσυγχρονισμός κτη­ριακών εγκαταστάσεων και ειδικών και βοηθητικών εγκαταστάσεων των κτηρίων και οι κατασκευές για τη διασφάλιση της προσβασιμότητας στα άτομα με ανα­πηρία, καθώς και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Οι δαπάνες αυτές αθροιστικά δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 45% του συνόλου των επιλέξιμων δα­πανών περιφερειακών ενισχύσεων. Ο συντελεστής αυτός διαμορφώνεται στο 60% για τις αντίστοιχες δαπάνες των επενδυτικών σχεδίων της περίπτωσης β' της παραγρά­φου 4 του άρθρου 7 και στο 70% για τις αντίστοιχες δα­πάνες των επενδυτικών σχεδίων της υποπερίπτωσης γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 4. Ο ως άνω συντελε­στής διαμορφώνεται στο 80% για επενδυτικά σχέδια που υλοποιούνται σε κτήρια, τα οποία είναι χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα.

β. Η αγορά του συνόλου των υφιστάμενων παγίων στοιχείων ενεργητικού (κτήρια, μηχανήματα και λοιπός εξοπλισμός), ή και μέρους των στοιχείων ενεργητικού μιας παραγωγικής μονάδας, προκειμένου για ενισχυόμενη ΜΜΕ, που συνδέονται άμεσα με μια παραγωγική μονάδα, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋ­ποθέσεις:

αα. Η παραγωγική αυτή μονάδα έχει παύσει τη λει­τουργία της.

ββ. Η αγορά πραγματοποιείται από το φορέα της επέν­δυσης που δεν σχετίζεται με τον πωλητή.

γγ. Η σχετική συναλλαγή πραγματοποιείται υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς.

δδ. τα μηχανήματα και ο λοιπός εξοπλισμός δεν μπο­ρούν να είναι παλαιότερα των εφτά (7) ετών από την ημερομηνία πρώτης κτήσης τους. Σε περίπτωση κατά την οποία στοιχεία ενεργητικού έχουν στο παρελθόν επιχορηγηθεί ή επιδοτηθεί μέσω αναπτυξιακών νόμων ή άλλων καθεστώτων ενισχύσεων, εξαιρούνται από τις επιλέξιμες δαπάνες του υποβαλλομένου επενδυτικού σχεδίου.

γ. Η αγορά και εγκατάσταση καινούργιων σύγχρονων μηχανημάτων και λοιπού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανο­μένων των τεχνικών εγκαταστάσεων και των μεταφορι­κών μέσων που κινούνται εντός του χώρου της εντασσό­μενης μονάδας. Μεταφορικά μέσα που κινούνται εκτός του χώρου της μονάδας δεν είναι επιλέξιμα.

δ. Τα μισθώματα της χρηματοδοτικής μίσθωσης και­νούργιων σύγχρονων μηχανημάτων και λοιπού εξοπλι­σμού του οποίου αποκτάται η χρήση, και με τον όρο ότι στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης προβλέπεται ότι ο εξοπλισμός θα περιέλθει στην κυριότητα του μι­σθωτή κατά τη λήξη της σύμβασης.

ε. Οι δαπάνες εκσυγχρονισμού ειδικών εγκαταστάσε­ων (που δεν αφορούν σε κτήρια) και μηχανολογικών εγκαταστάσεων.

  1. Οι επιλέξιμες δαπάνες σε άυλα στοιχεία ενεργητικού είναι οι ακόλουθες:

α. μεταφορά τεχνολογίας μέσω της αγοράς δικαιωμά­των πνευματικής ιδιοκτησίας, αδειών εκμετάλλευσης, ευρεσιτεχνιών, τεχνογνωσίας και μη κατοχυρωμένων τεχνικών γνώσεων,

β. συστήματα διασφάλισης και ελέγχου ποιότητας, πι­στοποιήσεων, προμήθειας και εγκατάστασης λογισμικού και συστημάτων οργάνωσης της επιχείρησης.

Οι ως άνω περιγραφόμενες δαπάνες πρέπει να πλη­ρούν σωρευτικά τις εξής προϋποθέσεις:

αα. να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στην επιχει­ρηματική εγκατάσταση που λαμβάνει την ενίσχυση και να παραμένουν συνδεδεμένες με το έργο, για το οποίο χορηγείται η ενίσχυση τουλάχιστον για το διάστημα που προβλέπεται στην περ. αα της παρ. 4 του άρθρου 8 του Ν. 4399/2016.

ββ. να περιλαμβάνονται στα αποσβεστέα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης, στην οποία χορηγείται η ενίσχυση,

γγ. να αγοράζονται, σύμφωνα με τους όρους της αγο­ράς από τρίτους που δεν έχουν σχέση με τον αγοραστή.

Για τις μεγάλες επιχειρήσεις, οι δαπάνες για άυλα στοι­χεία ενεργητικού δεν μπορούν αθροιστικά να υπερβούν το 50% του συνόλου των επιλέξιμων δαπανών περιφε­ρειακών ενισχύσεων. Για τις ΜΜΕ το ανώτατο ποσοστό διαμορφώνεται στο 75%.

  1. Στην περίπτωση που το ενισχυόμενο κόστος υπο­λογίζεται με βάση το εκτιμώμενο μισθολογικό κόστος των νέων θέσεων εργασίας που προκύπτουν από την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου, πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α. το επενδυτικό έργο συνεπάγεται καθαρή αύξηση του αριθμού των εργαζομένων αποτυπωμένης σε Ετή­σιες Μονάδες Εργασίας (ΕΜΕ) στην επιχειρηματική εγκα­τάσταση και αντιστοίχως στην επιχείρηση, σε σύγκριση με τις ΕΜΕ του προηγούμενου δωδεκαμήνου από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής,

β. η πλήρωση όλων των θέσεων εργασίας πραγμα­τοποιείται εντός τριών (3) ετών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης που αναφέρεται στην απόφαση ολο­κλήρωσης,

γ. κάθε θέση εργασίας που δημιουργείται μέσω της επένδυσης, διατηρείται στη συγκεκριμένη περιοχή (σε επίπεδο NUTS 3) για περίοδο τουλάχιστον πέντε (5) ετών για μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις και τριών (3) ετών για μικρές επιχειρήσεις, από την ημερομηνία πρώτης πλήρωσής της.

δ. ο φορέας θα πρέπει να υποβάλει το σύνολο των ενσώματων ή/και άυλων δαπανών του άρθρου 8 και 9 προκειμένου να αποτυπώνεται το φυσικό και οικονομικό αντικείμενο και να τεκμηριώνεται ο χαρακτήρας αρχικής επένδυσης κατά τα ανωτέρω.

ε. το ενισχυόμενο μισθολογικό κόστος που θα προκύ­πτει από τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας θα πρέπει να είναι αποκλειστικά συνδεδεμένο με την περιγραφείσα αρχική επένδυση υπολογιζόμενο για περίοδο δύο ετών. Σε περίπτωση που το φυσικό οικονομικό αντικείμενο δεν υλοποιηθεί στο σύνολό του, το προκύπτον μισθολογικό κόστος αναδιαμορφώνεται αναλόγως.

  1. Δεν είναι επιλέξιμες οι εξής δαπάνες:

α. τα λειτουργικά έξοδα της επένδυσης,

β. η αγορά επιβατικών αυτοκινήτων έως έξι (6) θέσεων,

γ. η αγορά επίπλων και σκευών γραφείου, εκτός αν αποτελούν μέρος του ξενοδοχειακού εξοπλισμού,

δ. η αγορά οικοπέδων, γηπέδων και αγροτεμαχίων. Σε περίπτωση αγοράς κτηριακών εγκαταστάσεων δεν μπορεί να ενισχυθεί το τμήμα της δαπάνης που αφορά στην αξία του οικοπέδου επί του οποίου αυτές έχουν ανεγερθεί,

ε. η εισφορά στο εταιρικό κεφάλαιο της αξίας μηχα­νημάτων και λοιπών παγίων στοιχείων,

στ. η ανέγερση ή επέκταση κτηριακών εγκαταστάσεων επί γηπέδου που δεν ανήκει κατά κυριότητα στο φορέα της επένδυσης, εκτός εάν τούτο έχει παραχωρηθεί από το Δημόσιο ή φορέα του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή έχει μισθωθεί για το σκοπό αυτόν τουλάχιστον για δε­καπέντε (15) χρόνια από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης υπαγωγής και έχει νομίμως μεταγραφεί.

  1. Δεν επιτρέπεται η σώρευση ενισχύσεων δαπανών του παρόντος άρθρου με τις ενισχύσεις δαπανών του άρθρου 9 για την ίδια επιλέξιμη δαπάνη.

Άρθρο 9 Επιλέξιμες δαπάνες εκτός περιφερειακών ενισχύσεων

Οι κατηγορίες επιλέξιμων δαπανών των επενδυτικών σχεδίων για τις οποίες παρέχονται άλλες, πλην των περι­φερειακών, ενισχύσεις, με τους όρους και τις προϋποθέ­σεις που τίθενται στο Γ.Α.Κ., είναι οι ακόλουθες:

Οι δαπάνες εκτός περιφερειακών ενισχύσεων ενισχύονται μόνο σε συνδυασμό με δαπάνες περιφερειακών ενισχύσεων του προηγούμενου άρθρου και μπορούν να ανέλθουν έως το ανώτατο ποσοστό του ενισχυόμενου κόστους περιφερειακών ενισχύσεων που ορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 11.

  1. Επενδυτικές δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες σε ΜΜΕ (άρθρο 18 Γ.Α.Κ.).

Οι δαπάνες αυτές αφορούν σε μελέτες και αμοιβές συμβούλων για επενδυτικά σχέδια νέων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και δεν μπο­ρεί να αποτελούν αντικείμενο συνεχούς ή περιοδικής δραστηριότητας, ούτε να συνδέονται με τις συνήθεις λειτουργικές δαπάνες της επιχείρησης, όπως τακτικές υπηρεσίες παροχής φορολογικών και νομικών συμβου­λών ή διαφημιστικές υπηρεσίες. Για τις ανάγκες του πα­ρόντος νέες λογίζονται οι υπό σύσταση ή υφιστάμενες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εφόσον κατά την ημερομη­νία υποβολής της αίτησης υπαγωγής δεν έχει παρέλθει επταετία από την ημερομηνία ίδρυσής τους βάσει της καταχώρισής τους στο Γ.Ε.Μ.Η. ή στα οικεία μητρώα.

  1. Δαπάνες εκκίνησης (άρθρο 22 Γ.Α.Κ.) για τις υπό ίδρυση μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

Ως δαπάνες εκκίνησης νοούνται εκείνες που πραγματοποιούνται για την ίδρυση και αρχική οργάνωση της οικονομικής μονάδας, την απόκτηση διαρκών μέσων εκμεταλλεύ σεως, καθώς και για την επέκταση και αναδιοργάνωσή της. Ενδεικτικά αναφέρονται τα έξοδα καταρτίσεως και δημοσιεύσεως του καταστατικού, τα έξοδα δημόσιας προβολής της ιδρύσεως, της καλύψεως του εταιρικού κεφαλαίου, της εκπονήσεως τεχνικών, εμπορικών και οργανωτικών μελετών, τα έξοδα ερευνών, τα έξοδα έκ­δοσης ομολογιακών δανείων καθώς και τα έξοδα διοι­κητικής υποστήριξης, νομικών υπηρεσιών και παροχής συμβουλών που πραγματοποιούνται μέχρι την έναρξη της εκμεταλλεύσεως.

  1. Κάθε δαπάνη μπορεί να θεωρηθεί επιλέξιμη μόνο εφόσον εντάσσεται αποκλειστικά σε μία εκ των ανωτέρω κατηγοριών δαπανών.

Άρθρο 10  Είδη Ενισχύσεων

  1. Στα επενδυτικά σχέδια που υπάγονται στο παρόν καθεστώς ενισχύσεων παρέχονται τα ακόλουθα είδη ενισχύσεων:

α. φορολογική απαλλαγή που συνίσταται στην απαλ­λαγή από την καταβολή φόρου εισοδήματος επί των πραγματοποιούμενων προ φόρου κερδών, τα οποία προκύπτουν με βάση τη φορολογική νομοθεσία, από το σύνολο των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, αφαιρουμένου του φόρου του νομικού προσώπου ή νομικής οντότητας που αναλογεί στα κέρδη που διανέμονται ή αναλαμβάνονται από τους εταίρους.

Το ποσό της φο­ρολογικής απαλλαγής υπολογίζεται ως ποσοστό επί της αξίας των ενισχυόμενων δαπανών του επενδυτικού σχε­δίου ή και της αξίας του καινούριου μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού που αποκτάται με χρηματοδοτική μίσθωση και συνιστά ισόποσο αποθεματικό,

β. επιχορήγηση, η οποία συνίσταται στη δωρεάν παρο­χή από το Δημόσιο χρηματικού ποσού για την κάλυψη τμήματος των ενισχυόμενων δαπανών του επενδυτικού σχεδίου και προσδιορίζεται ως ποσοστό αυτών. Η ενί­σχυση της επιχορήγησης παρέχεται μόνον στα επενδυτι­κά σχέδια που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 12.

γ. επιδότηση χρηματοδοτικής μίσθωσης, η οποία συ­νίσταται στην κάλυψη από το Δημόσιο τμήματος των καταβαλλόμενων δόσεων χρηματοδοτικής μίσθωσης που συνάπτεται για την απόκτηση καινούριου μηχανο­λογικού και λοιπού εξοπλισμού και προσδιορίζεται ως ποσοστό επί της αξίας απόκτησης αυτών που εμπερι­έχεται στις καταβαλλόμενες δόσεις. Η επιδότηση της χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα επτά (7) έτη,

δ. επιδότηση του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης, η οποία συνίσταται στην κάλυψη από το Δημόσιο μέρους του μισθολογικού κόστους (άρθρο 2, παρ. 31 Γ.Α.Κ.) των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται και συνδέονται με το επενδυτικό σχέδιο και οι οποίες δεν λαμβάνουν καμία άλλη κρατική ενίσχυση.

  1. Τα είδη ενισχύσεων της παραγράφου 1 παρέχονται μεμονωμένα ή συνδυαστικά σύμφωνα με τους παρα­κάτω όρους:

α) Οι ενισχύσεις της φορολογικής απαλλαγής και της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης παρέχονται μεμονωμένα ή συνδυαστικά, για όλες τις περιπτώσεις επενδυτικών σχεδίων και δικαιούχων της παρούσας προκήρυξης.

β) Η ενίσχυση της επιχορήγησης παρέχεται μόνο σε επενδυτικά σχέδια που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 12, μεμονωμένα ή συνδυαστικά με τις ενισχύ­σεις της φορολογικής απαλλαγής ή/και της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Σε περίπτωση που μια επι­χείρηση θεωρήσει ότι το επενδυτικό της σχέδιο εμπί­πτει σε ειδική κατηγορία ενίσχυσης του άρθρου 12 και επιλέξει την ενίσχυση της επιχορήγησης (μεμονωμένα ή συνδυαστικά με άλλα είδη ενίσχυσης), αλλά κατά την αξιολόγηση του επενδυτικού σχεδίου προκύψει ότι δεν πληρείται η ως άνω προϋπόθεση, το επενδυτικό σχέδιο απορρίπτεται στο σύνολό του.

γ) Η ενίσχυση της επιδότησης του κόστους απασχό­λησης παρέχεται μόνο επί των δαπανών μισθολογικού κόστους δημιουργούμενης απασχόλησης.

δ) Τα είδη ενισχύσεων που παρέχονται συνδυαστικά συνυπολογίζονται για τον καθορισμό του συνολικού πο­σού ενίσχυσης του κάθε επενδυτικού σχεδίου.

  1. Για τις ανάγκες του παρόντος ως «συμβατική επέν­δυση» λογίζεται το τμήμα του επενδυτικού σχεδίου που δεν αποκτάται με χρηματοδοτική μίσθωση.
  2. Για να δικαιούνται οι υπαγόμενες επιχειρήσεις να λάβουν τις ενισχύσεις της επιχορήγησης ή/και της επι­δότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης, πρέπει να έχουν εμφανίσει κέρδη προ φόρων σε μία κατ' ελάχιστον δια­χειριστική χρήση από τις τελευταίες επτά (7), πριν από τη διαχειριστική χρήση της αίτησης υπαγωγής. Σε πε­ρίπτωση που μια επιχείρηση επιλέξει ένα από τα δύο αυτά είδη ενισχύσεων, αλλά κατά την αξιολόγηση του επενδυτικού σχεδίου προκύψει η μη πλήρωση της ως άνω προϋπόθεσης, το επενδυτικό σχέδιο απορρίπτεται στο σύνολό του.

Ο όρος του προηγούμενου εδαφίου δεν καταλαμβάνει τους φορείς της περίπτωσης δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 6, τις υπό σύσταση επιχειρή­σεις, τις υπό συγχώνευση επιχειρήσεις του άρθρου 12γ που προκύπτουν με τη δημιουργία νέας εταιρείας, και τις επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί κατά τα τελευταία επτά (7) έτη πριν το έτος υποβολής της αίτησης υπαγωγής.

  1. Επενδυτικά σχέδια που δεν υπάγονται στις διατά­ξεις του άρθρου 12 και εμπεριέχουν αγορά καινούριου μηχανολογικού ή/και λοιπού εξοπλισμού με χρηματοδο­τική μίσθωση, εφόσον επιθυμούν να κάνουν χρήση της ενίσχυσης της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορούν να επιλέξουν να τη λάβουν είτε αυτοτελώς είτε συνδυαστικά με την ενίσχυση της φορολογικής απαλλα­γής, σε αναλογία (μίγμα) ενισχύσεων που θα δηλώνεται από το φορέα της επένδυσης στο ΠΣΚΕ κατά την αίτηση υπαγωγής του και δεν θα μπορεί να μεταβληθεί σε κα­νένα μεταγενέστερο στάδιο του επενδυτικού σχεδίου.
  2. Επενδυτικά σχέδια που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 12 και επιθυμούν να λάβουν την ενίσχυση της επιχορήγησης μπορούν να επιλέξουν να τη λάβουν είτε αυτοτελώς είτε συνδυαστικά με την ενίσχυση της φορο­λογικής απαλλαγής συμβατικής επένδυσης, σε αναλογία (μίγμα) ενισχύσεων που θα δηλώνεται από το φορέα της επένδυσης στο ΠΣΚΕ κατά την αίτηση υπαγωγής του και δεν θα μπορεί να μεταβληθεί σε κανένα μεταγενέστερο στάδιο του επενδυτικού σχεδίου. Σε περίπτωση που ο φορέας έχει επιλέξει την ενίσχυση της επιχορήγησης και το επενδυτικό σχέδιο εμπεριέχει και τμήμα αγοράς μηχανολογικού ή/και λοιπού εξοπλισμού με χρηματοδο­τική μίσθωση για το οποίο επιθυμεί να κάνει χρήση της ενίσχυσης της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης, η αναλογία (μίγμα) μεταξύ επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης και φορολογικής απαλλαγής χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι υποχρεωτικά η ίδια με αυτή που δηλώ­θηκε μεταξύ επιχορήγησης και φορολογικής απαλλαγής για το τμήμα της συμβατικής επένδυσης.

Άρθρο 11 Εντάσεις και ύψη ενισχύσεων

Οι ενισχύσεις της φορολογικής απαλλαγής, της επι­δότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης και της επιδότη­σης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης παρέχονται στο 100% των ανώτατων επιτρεπόμενων εντάσεων ενίσχυσης του παρόντος. Η ενίσχυση της επι­χορήγησης παρέχεται σε ποσοστό που ορίζεται στο 70% των ανώτατων επιτρεπόμενων εντάσεων ενίσχυσης του παρόντος.

Οι εντάσεις και τα ανώτατα ύψη ενισχύσεων των επεν­δυτικών σχεδίων του παρόντος καθεστώτος ενίσχυσης υπολογίζονται πάντα επί του ενισχυόμενου κόστους του επενδυτικού σχεδίου και ανά ομάδα δαπάνης (όπως αυ­τές προσδιορίζονται στο Παράρτημα 2) και καθορίζονται ως ακολούθως:

  1. Εντάσεις και ύψη ενισχύσεων για δαπάνες Περιφε­ρειακών Ενισχύσεων

α. Στις δαπάνες περιφερειακών ενισχύσεων χορη­γούνται οι μέγιστες εντάσεις ενισχύσεων (εγκεκριμένα ανώτατα όρια περιφερειακών ενισχύσεων) όπως αυτές καθορίζονται στον εκάστοτε ισχύοντα κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης υπαγωγής Χάρτη Περιφερεια­κών Ενισχύσεων (Χ.Π.Ε.), ο οποίος αναρτάται στον οικείο διαδικτυακό τόπο του αναπτυξιακού Νόμου. Οι μέγιστες εντάσεις ενισχύσεων που αποτυπώνονται στο Χ.Π.Ε. ανα­φέρονται σε μεγάλες επιχειρήσεις και προσαυξάνονται κατά 10% για μεσαίες επιχειρήσεις και κατά 20% για μι­κρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.

β. Οι αναφερόμενες στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις αυξημένες εντάσεις ενισχύσεων του Χ.Π.Ε. δεν ισχύουν για επενδυτικά σχέδια με επιλέξιμες δαπάνες άνω των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) ευρώ. Ο ανωτέρω περιορισμός εφαρμόζεται, επίσης, και στις εκτός περιφε­ρειακών ενισχύσεων επιλέξιμες δαπάνες του άρθρου 9.

γ. Στις ενισχυόμενες περιοχές που πληρούν τις προ­ϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο α' της Συνθήκης, όπως αυτές προσδιορίζονται στο Χ.Π.Ε., οι ενισχύσεις μπορούν να χορηγούνται για αρχικές επεν­δύσεις, ανεξάρτητα από το μέγεθος του δικαιούχου. Στις ενισχυόμενες περιοχές που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ' της Συνθήκης (Περιφέρειες Αττικής και Νοτίου Αιγαίου), οι ενισχύσεις μπορούν να χορηγούνται σε ΜΜΕ για οποιαδήποτε μορ­φή αρχικής επένδυσης, ενώ σε μεγάλες επιχειρήσεις χο­ρηγούνται μόνο για αρχική επένδυση για νέα οικονομική δραστηριότητα στη συγκεκριμένη περιοχή. Ως νέα οικο­νομική δραστηριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα που δεν εμπίπτει στην ίδια τάξη (τετραψήφιος αριθμητικός κωδικός ΚΑΔ στατιστικής ταξινόμησης) με ήδη ασκού­μενη από το φορέα δραστηριότητα.

δ. Γ ια τα επενδυτικά σχέδια με επιλέξιμες δαπάνες άνω των πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) ευρώ (μεγάλα επενδυτικά σχέδια) το ανώτατο ποσό ενίσχυσης προσ­διορίζεται ως εξής:

αα. για το τμήμα της δαπάνης μέχρι πενήντα εκατομ­μύρια (50.000.000) ευρώ παρέχεται το εκατό τοις εκατό (100%) της ανώτατης επιτρεπόμενης έντασης περιφε­ρειακής ενίσχυσης στην οικεία περιοχή, εξαιρουμένης της αυξημένης έντασης ενίσχυσης για μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ανώτατο περιφερειακό όριο),

ββ. για το τμήμα της δαπάνης που υπερβαίνει τα πε­νήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ και μέχρι εκατό εκατομμύρια (100.000.000) ευρώ παρέχεται το πενήντα τοις εκατό (50%) του ανώτατου περιφερειακού ορίου, γγ. για το τμήμα της δαπάνης που υπερβαίνει τα εκατό εκατομμύρια (100.000.000) ευρώ δεν παρέχεται κανένα ποσοστό ενίσχυσης.

  1. Εντάσεις και ύψη ενισχύσεων για δαπάνες εκτός περιφερειακών ενισχύσεων

α. Η ένταση της ενίσχυσης των δαπανών της παραγρά­φου 1 του άρθρου 9 ορίζεται στο 50% αυτών. Οι δαπάνες αυτές ενισχύονται μέχρι ποσοστού 5% του συνολικού ενισχυόμενου κόστους περιφερειακών ενισχύσεων και έως του ποσού των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, β. Η ένταση της ενίσχυσης των δαπανών της παρα­γράφου 2 του άρθρου 9 ορίζεται στο 100% αυτών. Οι δαπάνες αυτές ενισχύονται μέχρι ποσοστού 10% του ενισχυόμενου κόστους περιφερειακών ενισχύσεων και έως του ποσού των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.

  1. Το συνολικό ποσό ενίσχυσης ανά υποβαλλόμενο επενδυτικό σχέδιο δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ. Οι παρεχόμενες σε κάθε φορέα ενισχύσεις στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ενισχύσεις σε συνεργαζόμενες ή συνδεδεμένες επιχειρήσεις δεν μπορεί να υπερβούν σωρευτικά τα δέκα εκατομμύρια (10.000.000) ευρώ για μεμονωμένη επιχείρηση και τα είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) ευρώ για το σύνολο των συνεργαζόμενων ή συνδεδεμένων επιχειρήσεων, με την επιφύλαξη των περιορισμών του άρθρου 4 Γ.Α.Κ.

Οι παραπάνω περιορισμοί ισχύουν για τα επενδυτικά σχέδια που υπάγονται στο Ν. 4399/2016. Το υπερβάλλον ποσό ενίσχυσης περικόπτεται αναλογικά κατά είδος ενίσχυσης και ομάδα δαπανών.

Άρθρο 12 Ειδικές κατηγορίες ενισχύσεων

Στο παρόν καθεστώς, παρέχεται επιπλέον των ειδών ενίσχυσης των περιπτώσεων α, γ και δ της παραγράφου 1 του άρθρου 10 και η ενίσχυση της επιχορήγησης συμ­βατικής επένδυσης στις περιπτώσεις που οι φορείς του επενδυτικού σχεδίου πληρούν τουλάχιστον μία από τις παρακάτω προϋποθέσεις:

α. Είναι εξωστρεφείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις: ως τέτοιες ορίζονται οι επιχειρήσεις, οι οποίες αύξησαν την εξωστρέφειά τους, δηλαδή το λόγο αξίας των εξαγωγών τους προς τον κύκλο εργασιών τους, είτε σε ποσοστό τουλάχιστον 10% κατά μέσο όρο την τελευταία τριετία πριν το έτος υποβολής της αίτησης υπαγωγής του επεν­δυτικού σχεδίου, είτε σε ποσοστό τουλάχιστον 5% κατά μέσο όρο την τελευταία τριετία πριν το έτος υποβολής της αίτησης υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου, εφόσον οι εξαγωγές τους καταλαμβάνουν περισσότερο από το 70% του κύκλου εργασιών τους το τρίτο έτος πριν το έτος υποβολής της αίτησης υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου. Γ ια την τεκμηρίωση της αύξησης των εξαγωγών οι εταιρείες θα πρέπει να έχουν κλείσει τρεις διαχειριστι­κές χρήσεις πριν την υποβολή της αίτησης υπαγωγής.

β. Είναι καινοτόμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Καινοτόμες θεωρούνται οι επιχειρήσεις, των οποίων οι δαπά­νες έρευνας και ανάπτυξης έχουν υπερβεί το 10% του συνόλου των λειτουργικών τους δαπανών, για ένα (1) τουλάχιστον έτος από τα τρία τελευταία πριν την υποβο­λή της αίτησης υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος.

γ. Είναι επιχειρήσεις που προέρχονται από συγχώ­νευση ανεξάρτητων μικρομεσαίων επιχειρήσεων (κατά τον ορισμό της Ε.Ε. Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΚ) 364/2004), με απορρόφηση είτε με δημιουργία νέας εταιρείας, αποκλειομένης ρητά της εξαγοράς. Οι ανε­ξάρτητες ΜΜΕ θα πρέπει να υφίσταντο κατά την 22/6/2016, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Ν.4399/2016, ενώ η συγχώνευση θα πρέπει να (έχει) πραγματοποιηθεί μετά την παραπάνω ημερομηνία και σε κάθε περίπτωση πριν την έναρξη εργασιών του επενδυτικού σχεδίου.

δ. Είναι μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες αύξησαν την απασχόλησή τους (με βάση τις Ετήσιες Μονάδες Εργασίας) σε ποσοστό τουλάχιστον 10% την τελευταία τριετία πριν την αίτηση υπαγωγής του επενδυτικού σχεδίου.

Υπολογίζεται η μεταβολή μεταξύ των ΕΜΕ των τελευταίων 12 μηνών πριν την αίτηση υπαγωγής (λογί­ζεται ως πρώτο έτος) και των ΕΜΕ από τον 25ο έως τον 36ο μήνα πριν την αίτηση υπαγωγής (λογίζεται ως τρίτο έτος).

Η ενίσχυση αυτή παρέχεται σε επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί τουλάχιστον 36 μήνες πριν την υποβολή της αίτησης υπαγωγής.

ε. Είναι συνεταιρισμοί, Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επι­χειρήσεις (Κοιν.Σ.Επ.) του N. 4019/2011 (Α' 216), Αγροτικοί Συνεταιρισμοί (ΑΣ), Ομάδες Παραγωγών (ΟΠ), Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (ΑΕΣ) του N. 4384/2016 (Α' 78).

στ. Είναι επιχειρήσεις, των οποίων τα επενδυτικά σχέ­δια υλοποιούνται σε έναν από τους κλάδους Τεχνολογί­ας, Πληροφορικής, Επικοινωνίας (Τ.Π.Ε.) και αγροδιατρο­φής, ως κύριο κλάδο δραστηριότητάς τους.

ζ. Είναι επιχειρήσεις, οι οποίες επιτυγχάνουν αυξημένη προστιθέμενη αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ (Παράρτημα 4).

η. Είναι επιχειρήσεις, των οποίων το υπαγόμενο επεν­δυτικό σχέδιο υλοποιείται σε Βιομηχανικές και Επιχειρη­ματικές Περιοχές (Β.Ε.ΠΕ.), Επιχειρηματικά Πάρκα (Ε.Π.) εξαιρουμένων των Επιχειρηματικών Πάρκων Ενδιάμε­σου Βαθμού Οργάνωσης (Ε.Π.Ε.Β.Ο.), Τεχνολογικά Πάρκα και Θύλακες Υποδοχής Καινοτόμων Δραστηριοτήτων (Θ.Υ.Κ.Τ.) και δεν αφορούν σε εκσυγχρονισμό ή επέκταση υφιστάμενων δομών της ενισχυόμενης επιχείρησης. Ειδικότερα, ενισχύονται τα επενδυτικά σχέδια ίδρυσης νέων μονάδων ή τα επενδυτικά σχέδια υφιστάμενων μονάδων για νέα οικονομική δραστηριότητα εντός του χώρου υποδοχής. Ως νέα οικονομική δραστηριότητα νοείται κάθε δραστηριότητα που δεν εμπίπτει στην ίδια τάξη (τετραψήφιος αριθμητικός κωδικός ΚΑΔ στατιστι­κής ταξινόμησης) με ήδη ασκούμενη από το φορέα δραστηριότητα.

θ. Είναι επιχειρήσεις των οποίων το επενδυτικό σχέδιο υλοποιείται στις ειδικές περιοχές, οι οποίες αναφέρο­νται στο σχετικό Παράρτημα του Ν. 4399/2016, καθώς πληρούν τα κριτήρια της περ. θ του άρθρου 12 του Ν. 4399/2016.

ι. Είναι επιχειρήσεις των οποίων το επενδυτικό σχέδιο υλοποιείται σε περιοχές με ιδιαίτερα αυξημένες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές και συγκεκριμένα: Αγαθονήσι, Κάλυμνος, Καστελόριζο, Κως, Λέρος, Λέσβος, Σάμος, Σύμη, Χίος.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ

Άρθρο 13 Υποβολή αίτησης υπαγωγής

  1. Το σύνολο των διαδικασιών που προβλέπονται στον παρόντα νόμο διενεργείται υποχρεωτικά μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος Κρατικών Ενισχύσε­ων (Π.Σ.Κ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, η λειτουργία του οποίου διέπεται από τις διατάξεις του N. 4314/2014 (Α' 265).
  2. Οι αιτήσεις για την υπαγωγή επενδυτικών σχεδίων υποβάλλονται ως εξής:

α. επενδυτικά σχέδια επιλέξιμου ύψους έως και τρι­ών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ, που υλοποιούνται μέσα στα όρια της κάθε Περιφέρειας, υποβάλλονται στις Διευθύνσεις Αναπτυξιακού Προγραμματισμού των Πε­ριφερειών της Χώρας. Ειδικά για την Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου οι αιτήσεις επενδυτικών σχεδίων που υλοποιού­νται στην Περιφερειακή Ενότητα Δωδεκανήσου υποβάλ­λονται στη Διεύθυνση Αναπτυξιακού Προγραμματισμού Δωδεκανήσου,

β. επενδυτικά σχέδια επιλέξιμου ύψους άνω των τρι­ών εκατομμυρίων (3.000.000) ευρώ, που υλοποιούνται στις Περιφέρειες Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας και Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, υποβάλλονται στη Διεύθυνση Περιφερειακής Αναπτυξιακής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότη­σης (πρώην Μακεδονίας και Θράκης),

γ. στη Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού για όλα τα υπόλοιπα επενδυτικά σχέδια.

  1. Η αίτηση υπαγωγής και ο οικείος ηλεκτρονικός φάκε­λος τεκμηρίωσης υποβάλλονται υποχρεωτικά μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος Κρατικών Ενισχύσεων (ΠΣΚΕ). Με την ηλεκτρονική αίτηση υποβάλλονται στο ΠΣΚΕ:

α. Τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 4 του Ν. 4399/2016 στοιχεία κατ' ελάχιστον (επωνυμία και μέ­γεθος επιχείρησης, περιγραφή του έργου, συμπεριλαμ­βανομένων των εκτιμώμενων ημερομηνιών έναρξης και λήξης, τόπος εκτέλεσης του έργου, κατάλογος δαπανών του έργου συνοδευόμενων από τις σχετικές προσφορές, είδη και ποσό ενίσχυσης, χρηματοδοτικό σχήμα επενδυ­τικού σχεδίου) προκειμένου να θεμελιωθεί το δικαίωμα έναρξης των εργασιών του έργου και

β. Υπεύθυνη Δήλωση σύμφωνα με το Παράρτημα 1 της παρούσας Προκήρυξης.

Σε ημερομηνία που θα κοινοποιηθεί μέσω της οικείας ιστοσελίδας του Αναπτυξιακού Νόμου, και πάντως πριν την προθεσμία λήξης των υποβολών του καθεστώτος, θα μπορεί να υποβληθεί και ο οικείος ηλεκτρονικός φά­κελος τεκμηρίωσης.

Με την ηλεκτρονική υποβολή της αίτησης παρέχεται από το ΠΣΚΕ:

α. μοναδιαίος αριθμός ηλεκτρονικής υπο­βολής και

β. μοναδιαίος αριθμός Φακέλου επενδυτικής πρότασης που ακολουθεί τη σειρά ηλεκτρονικής υπο­βολής και αποτελεί το στοιχείο θεμελίωσης της σειράς προτεραιότητας μέχρι την έκδοση της διοικητικής πρά­ξης αποδοχής ή απόρριψης της αίτησης.

Η αίτηση παραλαμβάνεται από την αρμόδια Υπηρεσία και λαμβάνει υποχρεωτικά, με τη σειρά προτεραιότητας του αριθμού φακέλου, αριθμό πρωτοκόλλου ο οποίος αποστέλλεται ηλεκτρονικά στο φορέα του επενδυτικού σχεδίου παράλληλα με την ένδειξη της παραλαβής.

Από την οριζόμενη ημερομηνία και μέχρι την προ­θεσμία λήξης των υποβολών του καθεστώτος, υπο­βάλλεται μέσω ΠΣΚΕ ο οικείος ηλεκτρονικός φάκελος τεκμηρίωσης, ο οποίος περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα στοιχεία που αντιστοιχούν και τεκμηριώνουν το περιε­χόμενο της αίτησης υπαγωγής. Τα υποβληθέντα στοιχεία της αίτησης δεν μπορούν να τροποποιηθούν μετά την υποβολή αυτής. Η αναλυτική διαδικασία υποβολής της αίτησης υπαγωγής αποτυπώνεται στο Παράρτημα 1 της παρούσας.

  1. Δεν επιτρέπεται η υποβολή από τον ίδιο φορέα αί­τησης υπαγωγής σε περισσότερα του ενός καθεστώτα ενισχύσεων, για το ίδιο επενδυτικό σχέδιο ή τις ίδιες επι­λέξιμες δαπάνες.

Δεν επιτρέπεται επίσης να υποβληθεί αίτηση για υπαγωγή επένδυσης, η οποία είτε στο σύνολό της, είτε εν μέρει, έχει ήδη υπαχθεί στις ενισχύσεις του παρόντος ή άλλων καθεστώτων ενίσχυσης. Οι ως άνω αιτήσεις απορρίπτονται με αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας υπηρεσίας, το δε οικείο παράβολο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου. Κάθε επενδυτικό σχέδιο θα πρέπει να διαρθρώνεται σε μία ενότητα, να είναι ολοκληρω­μένο, να έχει το χαρακτήρα αρχικής επένδυσης όπως περιγράφεται στην παρ. 3 του άρθρου 5, να υλοποιείται σε έναν τόπο εγκατάστασης.

  1. Για την υποβολή των επενδυτικών σχεδίων απαι­τείται παράβολο που ορίζεται στο 0,005 του επιλέξιμου ύψους του επενδυτικού σχεδίου. Σε κάθε περίπτωση το ως άνω ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των τριακοσίων (300) ευρώ και ανώτερο των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. Τα ως άνω ποσά μπορούν να αναπροσαρμόζονται.

Άρθρο 14 Διαδικασία αξιολόγησης επενδυτικού σχεδίου

Η διαδικασία αξιολόγησης των παραληφθεισών αιτή­σεων υπαγωγής περιλαμβάνει τα εξής στάδια:

α. έλεγχο πληρότητας,

β. έλεγχο νομιμότητας

γ. αξιολόγηση επεν­δυτικού σχεδίου

δ. βαθμολογική κατάταξη επενδυτικών σχεδίων

ε. έκδοση εγκριτικής ή απορριπτικής απόφασης για την υπαγωγή του επενδυτικού σχεδίου.

Τα στάδια αυτά αναλύονται ως εξής:

Α. Στάδιο ελέγχου πληρότητας αίτησης υποβολής

Η πληρότητα των υποβαλλόμενων αιτήσεων και των σχετικών δικαιολογητικών ελέγχεται από την αρμό­δια κατά περίπτωση Υπηρεσία της παραγράφου 2 του άρθρου 13, με βάση τυποποιημένο σύστημα ελέγχου πληρότητας.

Κατά το στάδιο ελέγχου πληρότητας δεν δίδεται δυνατότητα προσκόμισης διευκρινιστικών ή συ­μπληρωματικών στοιχείων. Σε περίπτωση που ο φορέας υποβάλει διευκρινιστικά στοιχεία οικειοθελώς, αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη ακόμα και αν δεν έχει εκπνεύσει η καταληκτική ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων υπαγωγής. Εφόσον ο έλεγχος πληρότητας ολοκληρω­θεί επιτυχώς, το αντίστοιχο στάδιο ελέγχου υποβάλλε­ται ηλεκτρονικά και ο φορέας του επενδυτικού σχεδίου ενημερώνεται μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος από το ΠΣΚΕ στην ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας που έχει ορίσει ο ίδιος κατά την εγγραφή του στο Σύστημα και το επενδυτικό σχέδιο προωθείται στο στάδιο ελέγ­χου νομιμότητας.

Διαφορετικά, το επενδυτικό σχέδιο απορρίπτεται για λόγους μη πληρότητας της αίτησης υπαγωγής και εκδίδεται σχετική διοικητική πράξη από τον προϊστάμενο του τμήματος της υπηρεσίας, η οποία γνωστοποιείται στο φορέα μέσω ηλεκτρονικού μηνύμα­τος.

Κατά της απορριπτικής πράξης δεν προβλέπεται το δικαίωμα ένστασης του άρθρου 15, το δε οικείο παρά­βολο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου.

Β. Στάδιο ελέγχου νομιμότητας επενδυτικού σχεδίου

  1. Ο έλεγχος νομιμότητας των επενδυτικών σχεδίων και η πληρότητα των σχετικών δικαιολογητικών διενεργείται από την αρμόδια κατά περίπτωση Υπηρεσία της παραγράφου 2 του άρθρου 13, με βάση τον οδηγό ελέγχου νομιμότητας και τα σχετικά δικαιολογητικά που περιγράφονται στο Παράρτημα 1.

Ο έλεγχος νομιμότη­τας των επενδυτικών σχεδίων πραγματοποιείται προ­κειμένου να διαπιστωθεί η πλήρωση των ακόλουθων προϋποθέσεων:

α. πλήρης συμφωνία της αίτησης υπαγωγής και του υπό έγκριση επενδυτικού σχεδίου με τους όρους του παρόντος, του Ν. 4399/2016 και του κανονιστικού πλαι­σίου που εκδίδεται σε εφαρμογή του

β. τεκμηρίωση της φερεγγυότητας του φορέα του επενδυτικού σχεδίου

γ. τεκμηρίωση της δυνατότητας χρηματοδότησης του κόστους του επενδυτικού σχεδίου είτε μέσω ιδίων κεφα­λαίων είτε με εξωτερική χρηματοδότηση.

Ειδικότερα εξετάζονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΓΑΚ 651/2014, το Ν. 4399/2016 και την παρούσα απόφαση προκήρυξης:

 Η πλήρωση των προϋποθέσεων του θεσμικού πλαι­σίου ως προς την επιλεξιμότητα του φορέα του επενδυ­τικού σχεδίου, του αντικειμένου δραστηριότητας, των προβλεπόμενων έργων, του τόπου εγκατάστασης, των μέσων χρηματοδότησης και εν γένει των στοιχείων του επενδυτικού σχεδίου που αποτελούν αντικείμενο ελέγχου νομιμότητας, προκειμένου για την επιλεξιμότητά του,

  • Η επιλεξιμότητα των δαπανών ανάλογα με τις αιτούμενες κατηγορίες ενισχύσεων, καθώς και η ορθή κατανομή τους ανά ομάδα δαπανών και ανά κατηγορία δαπανών, σύμφωνα με το Παράρτημα 2.

Η αφαίρεση μη επιλέξιμων δαπανών είναι δυνατή υπό την προϋπόθεση ότι διατηρείται ο χαρακτήρας αρχικής επένδυσης του επενδυτικού σχεδίου.

  • Τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά και στοιχεία ως προς τη νόμιμη λειτουργία και εκπροσώπηση του φορέα, τις πηγές χρηματοδότησης, τον τόπο εγκατάστασης και λοιπά στοιχεία του επενδυτικού σχεδίου, όπως προσδιο­ρίζονται στο Παράρτημα 1, καθώς και τα δικαιολογητικά τεκμηρίωσης των δεικτών βαθμολογίας που προσδιορί­ζονται κατά τον έλεγχο νομιμότητας.
  1. Οι έλεγχοι πληρότητας και νομιμότητας διενεργούνται, κατά το δυνατό, από τον ίδιο υπάλληλο της αρμό­διας υπηρεσίας, προκειμένου να συντομεύεται ο χρόνος αξιολόγησης.
  2. Σε περίπτωση που απαιτούνται διευκρινίσεις σχετι­κά με το περιεχόμενο του φακέλου, αποστέλλεται στον φορέα του επενδυτικού σχεδίου σχετικό μήνυμα από τον προϊστάμενο του αρμόδιου τμήματος, μέσω του ΠΣΚΕ.

Ο φορέας αποστέλλει τα σχετικά στοιχεία εντός προθε­σμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία αποστολής του μηνύματος. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρα­κτη ή αν διαπιστωθεί μετά την παροχή διευκρινήσεων ότι δεν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις της παρ. 1, η αίτηση υπαγωγής απορρίπτεται, με αιτιολογημένη διοικητική πράξη του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης του Φορέα Υποδοχής, το δε οικείο παράβολο καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου. Η απορριπτική απόφαση αναρτάται στο ΠΣΚΕ, κοινοποιείται στο φορέα του επενδυτικού σχεδίου με αποστολή στη διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου και περιλαμβάνει το σύνολο των προ­ϋποθέσεων που δεν πληρούνται. Κατά της απορριπτι­κής απόφασης ο αιτών μπορεί να υποβάλλει ένσταση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15. Ως ημερομηνία έναρ­ξης της προθεσμίας υποβολής της ένστασης ορίζεται η ημερομηνία αποστολής του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος. Στην περίπτωση που ο έλεγχος νομιμότητας ολοκληρωθεί επιτυχώς, η σχετική έκθεση νομιμότητας υποβάλλεται στο ΠΣΚΕ, το επενδυτικό σχέδιο προωθεί­ται στο στάδιο αξιολόγησης και ο φορέας ενημερώνεται σχετικά μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος.

  1. Η διαδικασία των σταδίων ελέγχου πληρότητας και νομιμότητας ολοκληρώνεται εντός είκοσι (20) ημερών από την ημερομηνία λήξης του κύκλου υποβολής των αιτήσεων υπαγωγής.

Γ. Στάδιο αξιολόγησης επενδυτικού σχεδίου

  1. Η διαδικασία αξιολόγησης του παρόντος καθεστώ­τος είναι συγκριτική και ολοκληρώνεται με την κατάρ­τιση προσωρινού πίνακα κατάταξης εντός τριάντα (30) ημερών από την ολοκλήρωση του ελέγχου πληρότητας και νομιμότητας.
  2. Η αξιολόγηση των αιτήσεων υπαγωγής που έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς το στάδιο ελέγχου νομιμότητας ανατίθεται σε έναν (1) αξιολογητή, ο οποίος επιλέγεται από το οικείο Μητρώο του άρθρου 24 με τυχαία ηλε­κτρονική επιλογή μέσω ΠΣΚΕ. Ο αξιολογητής εντός 24 ωρών υποχρεούται να αποδεχτεί ή να απορρίψει τη σχετική χρέωση. Η αξιολόγηση υποβάλλεται στο ΠΣΚΕ εντός έξι (6) ημερών από την ημερομηνία αποδοχής της.
  3. Αντικείμενο της αξιολόγησης είναι:

α) η εκτίμηση του ευλόγου κόστους των επιλέξιμων δαπανών του επενδυτικού σχεδίου,

β) η αξιολόγηση της υποβληθείσας ανάλυσης βιωσι­μότητας του επενδυτικού σχεδίου,

γ) η εξέταση των δεικτών βαθμολογίας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του σταδίου της αξιολόγησης, όπως αυτοί αποτυπώνονται στο Παράρτημα 3.

  1. Γ ια τον έλεγχο της πληρότητας και ορθής εφαρμογής του οδηγού αξιολόγησης συνιστάται Επιτροπή Αξιολό­γησης Επενδυτικών Σχεδίων με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της παραγράφου Ε1 του παρόντος άρθρου και η οποία αποτελείται από δύο (2) στελέχη της αρμόδιας Υπηρεσίας και ένα (1) μέλος του οικείου Μητρώου Αξιολογητών με τυχαία ηλεκτρονική επιλογή μέσω ΠΣΚΕ. Για τη διευκόλυνση και επιτάχυνση του ελεγκτικού έρ­γου της Επιτροπής μπορεί να ορίζονται από το ως άνω αρμόδιο όργανο ειδικοί εισηγητές, οι οποίοι δεν είναι μέλη της.
  2. Το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του επενδυτικού σχεδίου και η παραγόμενη έκθεση αξιολόγησης υπο­βάλλονται μέσω του ΠΣΚΕ στην Επιτροπή Αξιολόγησης Επενδυτικών Σχεδίων. Η Επιτροπή εντός τριών (3) ημε­ρών από την παραλαβή της αξιολόγησης και εφόσον το κρίνει απαραίτητο, ή αν παρέλθει άπραγη η προβλεπόμενη προθεσμία των έξι (6) ημερών για την υποβολή της αξιολόγησης, μπορεί να αναπέμψει την αξιολόγηση στον ίδιο αξιολογητή και μόνο για μία φορά, αφού επισημάνει τα σημεία στα οποία δεν έχει γίνει ορθή εφαρμογή του νόμου, της προκήρυξης και των οδηγών αξιολόγησης. Ο αξιολογητής οφείλει να επανεκτιμήσει και να διορθώ­σει, εφόσον συμφωνεί, τα συγκεκριμένα σημεία και να υποβάλει εκ νέου την αξιολόγησή του στην Επιτροπή εντός δύο (2) ημερών. Η Επιτροπή επανεξετάζει την νέα αξιολόγηση και αποφαίνεται οριστικά υποβάλλοντας την τελική αξιολόγηση στο ΠΣΚΕ εντός τριών (3) ημερών.
  3. Ο Υπουργός Οικονομίας Ανάπτυξης και Τουρισμού εκδίδει τον Οδηγό Αξιολόγησης Επενδυτικών Σχεδίων της παραγράφου 5 του άρθρου 14 του Ν. 4399/2016, ο οποίος περιλαμβάνει τις μεθόδους αξιολόγησης, πρότυ­πα κόστη για είδη επενδυτικών σχεδίων και λοιπές οδη­γίες για την ορθή εκτέλεση του έργου της αξιολόγησης καθώς και πρότυπες μεθόδους εκτίμησης βιωσιμότητας.

Δ. Στάδιο βαθμολογικής κατάταξης επενδυτικών σχε­δίων

  1. Με βάση τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, καταρ­τίζεται στο ΠΣΚΕ σχετικός προσωρινός πίνακας αποτελε­σμάτων αξιολόγησης (ξεχωριστά για κάθε φορέα υποδο­χής) ο οποίος περιλαμβάνει κατ 'ελάχιστο την επωνυμία, το ΑΦΜ του φορέα του επενδυτικού σχεδίου, τον αριθμό φακέλου του, το τελικό συνολικό ενισχυόμενο κόστος του, τη συνολική βαθμολογία του και τα συνολικά εγκριθέντα ποσά ενίσχυσης ανά είδος ενίσχυσης. Προκειμέ­νου ένα επενδυτικό σχέδιο να μπορεί να συμπεριληφθεί στους προσωρινούς πίνακες κατάταξης, θα πρέπει να συγκεντρώνει την ελάχιστη προβλεπόμενη βαθμολογία σύμφωνα με το Παράρτημα 3. Κατά του προσωρινού πίνακα ο αιτών μπορεί να υποβάλει ένσταση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15. Ενστάσεις που αφορούν στην εκτίμηση του κόστους του επενδυτικού σχεδίου δεν γί­νονται αποδεκτές. Ως ημερομηνία έναρξης της προθε­σμίας υποβολής της ένστασης ορίζεται η ημερομηνία ανάρτησης του οικείου προσωρινού πίνακα κατάταξης στην ιστοσελίδα του αναπτυξιακού νόμου. Μετά την εξέ­ταση των ενστάσεων, καταρτίζεται οριστικός πίνακας κατάταξης, κατά φθίνουσα βαθμολογική σειρά.
  2. Σε περίπτωση ισοβαθμίας, προτάσσονται κατά σειρά μεταξύ των ισόβαθμων, όσα επενδυτικά σχέδια έλαβαν υψηλότερη βαθμολογία στα περισσότερα επιμέρους κριτήρια. Σε περίπτωση νέας ισοβαθμίας, τα επενδυ­τικά σχέδια κατατάσσονται με κριτήριο το μικρότερο ενισχυόμενο κόστος επένδυσης. Τα επενδυτικά σχέδια υπάγονται στο παρόν καθεστώς ενίσχυσης με βάση τη σειρά κατάταξής τους στον οριστικό πίνακα, μέχρι την εξάντληση του αντίστοιχου προϋπολογισμού της πα­ρούσας απόφασης προκήρυξης.

Ε. Στάδιο έκδοσης εγκριτικής ή απορριπτικής απόφα­σης για την υπαγωγή του επενδυτικού σχεδίου

  1. Τα επενδυτικά σχέδια, που πληρούν τις νόμιμες προ­ϋποθέσεις, υπάγονται στο παρόν καθεστώς ενισχύσεων με ατομικές αποφάσεις υπαγωγής οι οποίες υποβάλλο­νται στο ΠΣΚΕ. Αρμόδια όργανα για την έκδοση των αποφάσεων αυτών είναι:

α. ο Υπουργός Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, για τα επενδυτικά σχέδια που υποβάλλονται στη Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Οι­κονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού,

β. ο Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυ­γκρότησης, για τα επενδυτικά σχέδια που υποβάλλονται στη Διεύθυνση Περιφερειακής Αναπτυξιακής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυ­γκρότησης και

γ. οι Περιφερειάρχες, για τα επενδυτικά σχέδια που υποβάλλονται στις αντίστοιχες Διευθύνσεις Αναπτυξια­κού Προγραμματισμού Σχεδιασμού και Ανάπτυξης των Περιφερειών.

  1. Περίληψη της απόφασης αυτής εκδίδεται από τα παραπάνω όργανα, δημοσιεύεται στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως και αναρτάται στη Διαύγεια. Μετά τη σχε­τική ανάρτηση της περίληψης, ακριβές αντίγραφο της απόφασης υπαγωγής και της περίληψής της, αποστέλλεται στο φορέα του επενδυτικού σχεδίου στην ηλεκτρο­νική διεύθυνση που έχει δηλώσει κατά την εγγραφή του στο ΠΣΚΕ. Με ευθύνη του χειριστή, που ολοκλήρωσε τον έλεγχο νομιμότητας (ή αντικαταστάτης του που ορίζεται από τον προϊστάμενο του τμήματος), επισυνάπτονται στο ΠΣΚΕ ακριβή αντίγραφα των δύο αυτών εγγράφων και καταχωρούνται οι αριθμοί πρωτοκόλλου και οι αντί­στοιχες ημερομηνίες τους, ο αριθμός και η ημερομηνία ΦΕΚ και ο κωδικός της Διαύγειας προκειμένου να ολο­κληρωθεί η ενέργεια.
  2. Αν το επενδυτικό σχέδιο δεν μπορεί να υπαχθεί, είτε γιατί δεν συγκεντρώνει την ελάχιστη απαιτούμενη βαθ­μολογία είτε γιατί δεν επαρκούν τα σχετικά κονδύλια, εκδίδεται απορριπτική απόφαση από τα ίδια όργανα, η οποία επίσης κοινοποιείται στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ενδιαφερόμενου.

Άρθρο 15 Ενστάσεις

  1. Κατά της απορριπτικής απόφασης της περ. 3 της παρ. Β του άρθρου 14 (στάδιο ελέγχου νομιμότητας) καθώς και κατά του προσωρινού πίνακα κατάταξης της περ. 1 της παρ. Δ του άρθρου 14 (Στάδιο βαθμολογικής κατάταξης επενδυτικών σχεδίων) επιτρέπεται ένσταση του άρθρου 15 N. 4399/2016. Η ένσταση υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω ΠΣΚΕ εντός αποκλειστικής προθεσμί­ας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία αποστολής στον επενδυτή σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος στην περίπτωση της απορριπτικής απόφασης της περ. 3 της παρ. Β του άρθρου 14 (στάδιο ελέγχου νομιμότητας) και από την ανάρτηση του οικείου προσωρινού πίνακα κα­τάταξης στην ιστοσελίδα του αναπτυξιακού νόμου στην περ. 1 της παρ. Δ του άρθρου 14 (Στάδιο βαθμολογικής κατάταξης επενδυτικών σχεδίων).
  2. Η σύνθεση της Επιτροπής εξέτασης των ενστάσε­ων της προηγούμενης παραγράφου ορίζεται με από­φαση των αρμοδίων οργάνων της παρ. 7 άρθρου 14 N. 4399/2016 και αποτελείται από τρία (3) μέλη με τα αναπληρωματικά τους, τα οποία προέρχονται από τους αρμόδιους φορείς της παρ. 2 του άρθρου 13. Η Επιτροπή αποφαίνεται εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της ένστασης.
  3. Τα μέλη της Επιτροπής οφείλουν να ενημερώνουν εγκαίρως την αρμόδια υπηρεσία αν συντρέχει στο πρό­σωπό τους κώλυμα στην περίπτωση που έχουν ήδη εξε­τάσει το επενδυτικό σχέδιο που αφορά η ένσταση ή στην περίπτωση που στο μετοχικό/εταιρικό κεφάλαιο ή στη διοίκηση του επενδυτικού φορέα συμμετέχει σύζυγος ή συγγενείς τους μέχρι β βαθμού. Μετά την ηλεκτρονική υποβολή της ένστασης από τον επενδυτικό φορέα και την παραλαβή της από την Επιτροπή, ορίζεται από τον Πρόεδρό της μέλος της Επιτροπής αρμόδιο να συντάξει πλήρη και αιτιολογημένη εισήγηση επί της ένστασης. Το αρμόδιο για την εισήγηση μέλος της Επιτροπής αποκτά πρόσβαση μέσω του ΠΣΚΕ στο ηλεκτρονικό περιβάλλον εξέτασης ενστάσεων του εκάστοτε επενδυτικού σχεδί­ου, στο σύνολο των στοιχείων της αίτησης υπαγωγής, στα τυχόν διευκρινιστικά στοιχεία που έχουν υποβληθεί ηλεκτρονικά από τον φορέα, στον υποβληθέντα έλεγχο νομιμότητας και στην ηλεκτρονικά υποβληθείσα αξιολό­γηση. Οι εισηγητές θα πρέπει να εξετάζουν τα στοιχεία των επενδυτικών σχεδίων που αφορούν τα κριτήρια επί των οποίων υποβάλλεται η εκάστοτε ένσταση και να δι­ατυπώνουν στα σχετικά πεδία του ΠΣΚΕ την κρίση τους και την τεκμηρίωση αυτής.
  4. Η ένσταση εξετάζεται με βάση τα στοιχεία που είχε υποβάλει ο φορέας στο αίτημα υπαγωγής, τα οποία δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν. Τυχόν διευκρινι­στικά ερωτήματα που προκύπτουν κατά τη διαδικασία εξέτασης της ένστασης τίθενται από τα μέλη της Επι­τροπής προς την αρμόδια Υπηρεσία ή τον φορέα του επενδυτικού σχεδίου και απαντώνται αναλόγως μόνο με ηλεκτρονικό τρόπο μέσω της σχετικής εφαρμογής του ΠΣΚΕ. Απαγορεύεται ρητά η οποιαδήποτε άλλη επι­κοινωνία των μελών της Επιτροπής με τον φορέα του επενδυτικού σχεδίου.
  5. Το έργο της Επιτροπής συνδράμει Γραμματεία που ορίζεται από την αρμόδια Υπηρεσία και είναι αρμόδια για την τήρηση των πρακτικών των συνεδριάσεων και για κάθε γραμματειακή υποστήριξη που απαιτείται για την ομαλή λειτουργία της Επιτροπής. Οι συνεδριάσεις της Επιτροπής πραγματοποιούνται στην εκάστοτε αρ­μόδια Υπηρεσία οποιαδήποτε εργάσιμη ημέρα εντός ή πέραν του κανονικού ωραρίου εργασίας, μετά από πρό­σκληση των μελών της από τον Πρόεδρο τουλάχιστον δύο (2) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Η ημερήσια διάταξη, που εκδίδεται από τον Πρόεδρο της Επιτρο­πής, κοινοποιείται στα μέλη με μέριμνα της Γραμματείας, τουλάχιστον δύο (2) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Η αποστολή της πρόσκλησης, των εισηγήσεων και κάθε άλλης ενημέρωσης γίνεται μέσω ηλεκτρονικού ταχυ­δρομείου. Οι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της. Σε περίπτωση που μέλος της Επιτροπής έχει εξαιρεθεί από την εξέτα­ση ένστασης λόγω των προαναφερθέντων κωλυμάτων, αντικαθίσταται από τον αναπληρωτή του.
  6. Η απόφαση της Επιτροπής επί της ένστασης κοινο­ποιείται στον επενδυτή μέσω του ΠΣΚΕ στην ηλεκτρο­νική διεύθυνση που έχει δηλώσει και την οποία ο επεν­δυτής οφείλει να παρακολουθεί.
  7. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής συντάσσει ετήσια έκ­θεση στην οποία περιλαμβάνονται αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τον αριθμό και τα θέματα των συνεδριάσεων, καθώς και τις αποφάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο λειτουργίας της. Στα μέλη της Επιτροπής εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Ν. 3213/2003 (Α'309), όπως ισχύει, περί υποβολής δήλωσης περιουσια­κής τους κατάστασης. Στην περίπτωση που προκύπτουν λοιπά ζητήματα σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας της Επιτροπής έχουν εφαρμογή τα άρθρα 13, 14 και 15 του Ν. 2690/1999 «Κύρωση Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ...», όπως ισχύει.

ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ

Άρθρο 16 Έλεγχος επενδυτικών σχεδίων

  1. Τα επενδυτικά σχέδια που υπάγονται στο παρόν καθεστώς ενισχύσεων ελέγχονται κατά τη διάρκεια υλοποίησής τους, κατά την ολοκλήρωση και έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης και για την τήρηση των μακροχρόνιων υποχρεώσεών τους. Ο έλεγχος μπορεί να είναι έλεγχος επί των εγγράφων του φακέλου («διοικητικός έλεγχος») ή/και επιτόπιος έλεγχος. Ο διοικητικός έλεγχος διενεργείται είτε από την Υπηρεσία είτε από εντεταλμένο όργανο ελέγχου, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 8. Ο επιτόπιος έλεγχος διενεργείται αποκλειστικά από το ως άνω εντεταλμένο όργανο ελέγχου.
  2. Σκοπός του ελέγχου είναι:

α. η διαπίστωση της συμμόρφωσης του φορέα του επενδυτικού σχεδίου προς τις διατάξεις του Ν. 4399/ 2016, της παρούσας προκήρυξης, καθώς και της τήρη­σης των προϋποθέσεων και των όρων των αποφάσεων υπαγωγής,

β. η διαπίστωση της τήρησης των μακροχρόνιων υπο­χρεώσεων.

Τακτικός έλεγχος ενεργείται μετά από αίτηση του φορέα του επενδυτικού σχεδίου συνοδευόμενη από τα δικαιολογητικά που ορίζονται στο Παράρτημα 5, προκειμένου να πιστοποιηθεί με την έκδοση σχετικής απόφασης των αρμοδίων οργάνων της παραγράφου Ε1 του άρθρου 14:

α. ότι έχει υλοποιηθεί το φυσικό και οικονομικό αντικεί­μενο της επένδυσης σε ποσοστό τουλάχιστον 50% κατά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος ελέγχου, ώστε να ενεργοποιηθεί η διαδικασία καταβολής της ενίσχυ­σης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 20, ή

β. ότι έχει ολοκληρωθεί το επενδυτικό σχέδιο και έχει αρχίσει η παραγωγική λειτουργία της επένδυσης κατά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 19. Δαπάνες ή άλλες πράξεις που διενεργούνται μετά την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος ελέγχου λαμβάνονται υπόψη για την ολοκλή­ρωση του επενδυτικού σχεδίου, χωρίς να συνυπολογί­ζονται στην οριστικοποίηση του ενισχυόμενου κόστους της επένδυσης.

Σε περίπτωση μη επιβεβαίωσης των δηλωθέντων με την αίτηση ελέγχου στοιχείων από το όργανο ελέγ­χου, επιβάλλονται κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 23. Η πιστοποίηση από την αρμόδια Υπηρεσία της πληρό­τητας του αιτήματος ελέγχου θεμελιώνει για το φορέα της επένδυσης απόλυτη προτεραιότητα στη χρονική κα­τάταξη αιτημάτων ελέγχου, ανά καθεστώς ενίσχυσης, για την καταβολή της προβλεπόμενης ενίσχυσης του άρθρου 20. Παρέκκλιση από τη σειρά προτεραιότητας μπορεί να υπάρξει για λόγους απρόβλεπτης ή έκτακτης ανάγκης, που αφορούν σε συγκεκριμένο επενδυτικό σχέ­διο, οι οποίοι θα είχαν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη καθυστέρηση ή διακοπή της διαδικασίας καταβολής ενί­σχυσης για τους υπόλοιπους δικαιούχους. Με απόφαση του Υπουργού, Ανάπτυξης και Τουρισμού ορίζονται οι λόγοι απρόβλεπτης και έκτακτης ανάγκης, καθώς και κάθε άλλο συναφές θέμα εφαρμογής της διάταξης αυτής.

  1. Έκτακτος έλεγχος μπορεί να διενεργείται οποτεδή­ποτε κρίνεται απαραίτητο με απόφαση της Υπηρεσίας.
  2. Μετά την ολοκλήρωση του διοικητικού ή επιτόπιου ελέγχου συντάσσεται σχετική έκθεση, η οποία υποβάλ­λεται στην αρμόδια υπηρεσία μέσω του ΠΣΚΕ.
  3. Η αρμόδια υπηρεσία διενεργεί έλεγχο πληρότητας της έκθεσης ελέγχου και της τήρησης των όρων της απόφασης υπαγωγής και προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες:

α) αν η έκθεση ελέγχου είναι πλήρης, εισηγείται την έκδοση σχετικής απόφασης,

β) αν διαπιστώσει ελλείψεις ήσσονος σημασίας που αφορούν είτε στην έκθεση ελέγχου είτε στην επένδυση, διατάσσει την προσκόμιση συμπληρωματικής έκθεσης ελέγχου,

γ) αν διαπιστώσει σοβαρές ελλείψεις της έκθεσης ελέγχου, διατάσσει την εκ νέου διενέργεια ελέγχου από όργανο με διαφορετική σύνθεση,

δ) αν διαπιστώσει σοβαρές ελλείψεις στην επένδυση, μπορεί να εισηγηθεί τη λήψη ενεργειών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 21 και 23.

  1. Για την υποβολή του αιτήματος ελέγχου απαιτεί­ται παράβολο που ορίζεται στο 0,005 του επιλέξιμου κόστους του επενδυτικού σχεδίου όπως αυτό προσδιο­ρίστηκε στην απόφαση υπαγωγής. Σε κάθε περίπτωση το ως άνω ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των εκα­τόν πενήντα (150) ευρώ και ανώτερο των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ. Για την υποβολή νέου αιτή­ματος ελέγχου της περίπτωσης δ' της παραγράφου 6 απαιτείται παράβολο, που ορίζεται στο διπλάσιο του ως άνω προβλεπόμενου. Σε περίπτωση που ο φορέας του επενδυτικού σχεδίου υποβάλει αίτηση ελέγχου πιστο­ποίησης του 50% το παράβολο ανέρχεται στο ήμισυ του συνολικού παραβόλου. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται με την υποβολή της αίτησης πιστοποίησης της ολοκλή­ρωσης του επενδυτικού σχεδίου.
  2. Τα Όργανα Ελέγχου Επενδύσεων του παρόντος, απο­τελούνται από δύο κατ' ελάχιστον ελεγκτές και συνιστώ νται με απόφαση των αρμοδίων οργάνων της παραγρά­φου Ε1 του άρθρου 14. Με την απόφαση αυτή ορίζονται ο χρόνος και ο τρόπος συγκρότησής τους, ανάλογα και με το είδος του ελέγχου, οι αρμοδιότητές τους, ο αριθμός και η ιδιότητα των μελών ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και τα χαρακτηριστικά της ελεγχόμενης επένδυσης, το αντικείμενο του ελέγχου, το χρονικό διάστημα εντός του οποίου υποχρεούνται να διενεργήσουν τον έλεγχο και να παραδώσουν την έκθεσή τους, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρ­θρου αυτού.
  3. Εκδίδεται και δημοσιεύεται Οδηγός Ελέγχου Επεν­δύσεων από τον Υπουργό Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, ο οποίος εξειδικεύει τη μέθοδο και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την ορθή εκτέλεση του ελέγχου και την ισότιμη αντιμετώπιση των φορέων των επενδυ­τικών σχεδίων.

Άρθρο 17 Τροποποιήσεις απόφασης υπαγωγής

Έγκριση μεταβολών μετά την ολοκλήρωση

  1. Η τροποποίηση όρων της απόφασης υπαγωγής είναι δυνατή μετά από αίτημα του φορέα της επένδυσης, το οποίο μπορεί να υποβληθεί καθ' όλη τη διάρκεια υλοποί­ησης του επενδυτικού σχεδίου και μέχρι την υποβολή αιτήματος τελικού ελέγχου. Μετά την έκδοση της από­φασης ολοκλήρωσης, είναι δυνατή η υποβολή αιτήματος έγκρισης μεταβολής στοιχείων του επενδυτικού σχεδίου, τα οποία υποχρεούται να τηρεί ο φορέας έως τη λήξη του διαστήματος μακροχρόνιων υποχρεώσεων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21.
  2. Αιτήματα τροποποίησης ή έγκρισης μεταβολής στοι­χείων της παραγράφου 1, υποβάλλονται ως προς τα εξής:

α) ουσιώδεις διαφοροποιήσεις του φυσικού και οικο­νομικού αντικειμένου ή μείωση της δυναμικότητας του επενδυτικού σχεδίου,

β) αλλαγή του φορέα της επένδυσης λόγω συγχώνευ­σης ή απόσχισης του κλάδου, στον οποίο εντάσσεται η ενισχυόμενη επένδυση, σύμφωνα με την περίπτωση η' της παραγράφου 3 του άρθρου 21,

γ) αλλαγή του τόπου εγκατάστασης, και υπό τους όρους της διατήρησης της επένδυσης στην ίδια Περι­φέρεια (NUTS 2), εντός της οποίας χορηγήθηκε η ενίσχυ­ση και της μη μεταβολής του είδους και των επιμέρους ποσοστών ενίσχυσης ανά ομάδα επιλέξιμων δαπανών,

δ) αλλαγή τρόπου χρηματοδότησης της επένδυσης,

ε) παράταση του χρόνου ολοκλήρωσης της επένδυ­σης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 18,

στ) εκμίσθωση της ενισχυθείσας επένδυσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση ζ' του άρθρου 21.

  1. Τα αιτήματα της παραγράφου 2 υποβάλλονται μέσω του ΠΣΚΕ και γίνονται δεκτά, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α. εξακολουθούν να τηρούνται οι όροι και οι προϋ­ποθέσεις της απόφασης προκήρυξης και της εγκριτικής απόφασης,

β. εξακολουθούν να εξυπηρετούνται οι αρχικοί στό­χοι της επένδυσης και να διατηρείται ο ολοκληρωμένος χαρακτήρας της,

γ. δεν διαφοροποιούνται κριτήρια επιλεξιμότητας και υπαγωγής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρού­σα απόφαση προκήρυξης,

δ. δεν επέρχεται αύξηση του συνολικού ενισχυόμενου κόστους του επενδυτικού σχεδίου, του συνολικού ποσού της ενίσχυσης, ούτε των επιμέρους ποσοστών ενίσχυσης ανά ομάδα επιλέξιμων δαπανών,

ε. πληρούνται οι ειδικοί όροι για κάθε περίπτωση τροποποίησης/μεταβολής στοιχείων, που ορίζονται στις σχετικές διατάξεις του N. 4399/2016 και εξειδικεύονται στην παρούσα.

  1. Ειδικοί όροι και προϋποθέσεις έγκρισης αιτημάτων τροποποίησης ή μεταβολής στοιχείων.

α) Αίτημα τροποποίησης φυσικού και οικονομικού αντικειμένου υποβάλλεται σε περίπτωση: (i) προσθή­κης νέας κατηγορίας ενισχυόμενης δαπάνης ή/και (ii) ουσιωδών διαφοροποιήσεων επί του εγκεκριμένου φυσικού αντικειμένου του επενδυτικού σχεδίου ή/ και (iii) μείωσης της δυναμικότητας του επενδυτικού σχεδίου μεγαλύτερης του 5% της εγκεκριμένης ή/και (v) μεταβολής των παγίων στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται εκ νέου σε περίπτωση διαφοροποίη­σης της παραγωγής μιας μονάδας σε προϊόντα ή υπηρε­σίες που δεν έχουν παραχθεί ποτέ σε αυτήν (περ. 3.γ. του Άρθρου 5 της παρούσας). Το αίτημα γίνεται αποδεκτό εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 καθώς και οι παρακάτω όροι:

  1. Η μεταφορά δαπανών μεταξύ διαφορετικών κατηγο­ριών εντός της ίδιας ομάδας δαπανών είναι δυνατή υπό την προϋπόθεση ότι η αύξηση κόστους ανά κατηγορία δαπάνης δεν υπερβαίνει το 10% του συνόλου του ενι­σχυόμενου κόστους του σχεδίου και το 100% του εγκε­κριμένου κόστους της κατηγορίας. Τυχόν υπερβάλλον κόστος στην κατηγορία, δεν ενισχύεται.
  2. Δεν είναι δυνατή η μεταφορά δαπανών μεταξύ δι­αφορετικών ομάδων δαπανών των Άρθρων 8 και 9 της παρούσης ήτοι, α) δαπανών για περιφερειακές ενισχύ­σεις β) δαπανών για συμβουλευτικές υπηρεσίες σε ΜΜΕ (άρθρο 18 Γ.Α.Κ.) γ) δαπανών εκκίνησης για τις υπό ίδρυ­ση μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις (άρθρο 22 Γ.Α.Κ.), όπως αυτές προσδιορίζονται στην απόφαση υπαγωγής.
  3. Δεν επέρχεται υπέρβαση των ορίων των επιμέρους κατηγοριών δαπανών, όπως αυτά προσδιορίζονται από τις σχετικές διατάξεις των Άρθρων 8 και 9 της παρούσας. Τυχόν υπερβάλλον κόστος αφαιρείται από το ενισχυόμενο, προκειμένου να πληρούνται τα εκάστοτε όρια.
  4. Δεν επέρχεται μείωση της δυναμικότητας μεγαλύ­τερη του 25% της εγκεκριμένης συνολικά και ανά παραγόμενο προϊόν, εκτός περιπτώσεων που επιβάλλονται από αλλαγές του θεσμικού πλαισίου αδειοδοτήσεων για την επένδυση που επήλθαν μετά την έκδοση της προ­κήρυξης του καθεστώτος, οπότε η απόφαση υπαγωγής τροποποιείται ανεξαρτήτως του ποσοστού μείωσης, με αιτιολογημένη κατά περίπτωση αναπροσαρμογή του κόστους της επένδυσης. Σε άλλη περίπτωση, το αίτημα τροποποίησης απορρίπτεται. Για μείωση της δυναμικό­τητας έως ποσοστού 5% της εγκεκριμένης, δεν απαιτεί­ται υποβολή αιτήματος τροποποίησης και το επενδυτι­κό σχέδιο δύναται να ολοκληρώνεται με αιτιολογημένη κατά περίπτωση αναπροσαρμογή ή όχι του κόστους της επένδυσης.
  1. Το αίτημα συνοδεύεται υποχρεωτικά από αιτιολό­γηση της σκοπιμότητάς του καθώς και τεκμηρίωση του κόστους με πρωτότυπες προσφορές προμηθευτών ή συμβάσεις ανάθεσης, προκειμένου να εξεταστεί. Επι­πλέον, συνοδεύεται από αναλυτική τεχνική περιγραφή, ενημερωτικά δελτία, αρχιτεκτονικά ή άλλα σχέδια, όπου κατά περίπτωση απαιτείται. Σε περίπτωση που το επεν­δυτικό σχέδιο αφορά σε διαφοροποίηση της παραγωγής μιας μονάδας σε προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν έχουν παραχθεί ποτέ σε αυτήν (περίπτωση αρχικής επένδυσης γ. του Άρθρου 5 της παρούσας), ο φορέας θα πρέπει να συνυποβάλει Υπεύθυνη Δήλωση ότι τα υφιστάμενα κατά την αίτηση υπαγωγής πάγια στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης που θα χρησιμοποιηθούν εκ νέου στην επένδυση, δεν μεταβάλλονται λόγω της τροποποίησης. Σε διαφορετική περίπτωση, προκειμένου να τεκμηριώ­νεται ο χαρακτήρας αρχικής επένδυσης του σχεδίου και μετά την αιτούμενη τροποποίηση, πρέπει να υποβληθεί νέα κατάσταση των εν λόγω παγίων, συνοδευόμενη με τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα 1 δικαιολογητικά (παρ. A.7.iii, απόσπασμα του Μητρώου Παγίων με την αναπόσβεστη αξία τους κατά το χρόνο της αίτησης υπα­γωγής).
  1. Για την εξέταση του αιτήματος δεν απαιτείται επα­νεξέταση της βαθμολογίας που έλαβε το επενδυτικό σχέδιο κατά την υπαγωγή του στις διατάξεις της παρού­σας προκήρυξης με την επιφύλαξη των διατάξεων του επόμενου εδαφίου
  2. Σε περίπτωση που το επενδυτικό σχέδιο είχε λάβει βαθμολογία για την αξιοποίηση αργούντος κτηριακού δυναμικού, η αιτούμενη αλλαγή δεν πρέπει να επιφέρει μείωση της συνολικής βαθμολογίας του επενδυτικού σχεδίου κάτω του ορίου που προσδιορίζεται από τη βαθμολογία του τελευταίου κατά σειρά επενδυτικού σχεδίου του οριστικού πίνακα κατάταξης στον οποίο είχε περιληφθεί το σχέδιο, εφόσον κατά την κατάρτιση του πίνακα είχε εξαντληθεί ο σχετικός προϋπολογισμός κονδυλίων. Σε περίπτωση μη εξάντλησης του προϋπο­λογισμού μετά και το τελευταίο σχέδιο του οριστικού πίνακα και επάρκειας του υπολειπόμενου ποσού για την ενίσχυση του επενδυτικού σχεδίου, το όριο αποδεκτής μείωσης της βαθμολογίας είναι το ελάχιστο απαιτούμενο όπως ορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου Δ1 του Άρθρου 14 της παρούσας προκήρυξης. Σε περίπτωση που το σύνολο ή τμήμα της επέν­δυσης υλοποιείται σε διατηρητέο κτίριο, τυχόν αίτημα τροποποίησης εξετάζεται υπό την προϋπόθεση ότι συ­νεχίζει να υλοποιείται σε διατηρητέο κτίριο.

β) Αιτήματα αλλαγής του φορέα της επένδυσης κατά την υλοποίηση, λόγω συγχώνευσης ή λόγω απόσχισης του κλάδου στον οποίο εντάσσεται η ενισχυθείσα επέν­δυση, εξετάζονται και γίνονται αποδεκτά υπό τους εξής όρους, πλέον των γενικών προϋποθέσεων της παρ. 3:

  1. Πρόθεση ολοκλήρωσης της επένδυσης από το νέο φορέα.
  2. Καθολική διαδοχή του φορέα από τον νέο, ως προς όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες σχέσεις του ή, σε περίπτωση απόσχισης κλάδου, κατ' ελάχιστον ως προς αυτές που απορρέουν από την απόφαση υπα­γωγής.
  3. Εφόσον ο φορέας της επένδυσης ενισχύεται με επι­χορήγηση ως επιχείρηση της περίπτωσης ε του Άρθρου 12 του Ν.4399/2016, ο νέος φορέας θα πρέπει να πληροί την ίδια συνθήκη.
  4. Κατά την εξέταση του αιτήματος εξετάζονται επι­πλέον, το μέγεθος του νέου φορέα και η σώρευση της ενίσχυσης με τυχόν άλλες ενισχύσεις, και εφόσον απαι­τείται, μειώνεται το ποσοστό ή το ποσό ενίσχυσης προ­κειμένου να πληρούνται όλοι οι όροι νομιμότητας για το επενδυτικό σχέδιο.
  5. Το αίτημα συνοδεύεται υποχρεωτικά από τα εξής δικαιολογητικά:

α) επιστολή του νόμιμου εκπροσώπου του φορέα για την αλλαγή

β) σε περίπτωση συγχώνευ­σης, Υπεύθυνη Δήλωση του νόμιμου εκπροσώπου της συγχωνευόμενης ή απορροφώσας επιχείρησης, με την οποία δηλώνονται η πρόθεση ολοκλήρωσης της επένδυ­σης καθώς και τυχόν επενδυτικά σχέδια της επιχείρησης και των συνδεδεμένων ή συνεργαζόμενων επιχειρήσεων αυτής που έχουν υπαχθεί στο Ν. 4399/2016.

γ) σύντομο εταιρικό προφίλ της συγχωνευόμενης ή απορροφώσας επιχείρησης

δ) Δήλωση Μεγέθους (μόνο σε περίπτωση ΜΜΕ) για τις υπό συγχώνευση επιχειρήσεις, συμπεριλαμ­βανομένου και του φορέα της επένδυσης, συνοδευόμε­νη με τα δικαιολογητικά τεκμηρίωσης που προβλέπονται στο Παράρτημα 1, παρ. Δ.6 της παρούσας, επίκαιρα κατά το χρόνο υποβολής του αιτήματος υπαγωγής

ε) τυχόν λοιπά δικαιολογητικά για την τεκμηρίωση του σημείου iii ανωτέρω, εφόσον απαιτείται.

  1. Γ ια την εξέταση του αιτήματος δεν απαιτείται επανε­ξέταση της βαθμολογίας που έλαβε το επενδυτικό σχέ­διο κατά την υπαγωγή του στις διατάξεις της παρούσας προκήρυξης.

Εφόσον το αίτημα αλλαγής φορέα υποβάλλεται μετά την έκδοση της απόφασης ολοκλήρωσης του επενδυτι­κού σχεδίου, γίνεται αποδεκτό υπό τον όρο συνέχισης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης στο ίδιο αντικείμενο, καθ' όλο το διάστημα τήρησης μακροχρόνι­ων υποχρεώσεων. Στην περίπτωση αυτή το αίτημα συνο­δεύεται από τα δικαιολογητικά των εδαφίων α), γ), και ε) της προηγούμενης παραγράφου και εκδίδεται απόφαση έγκρισης της μεταβολής.

γ) Αιτήματα αλλαγής τόπου εγκατάστασης, εξετάζο­νται και γίνονται αποδεκτά υπό τους εξής όρους, πλέον των γενικών προϋποθέσεων της παρ. 3:

  1. Η επένδυση διατηρείται στην ίδια Περιφέρεια (NUTS 2) εντός της οποίας χορηγήθηκε η ενίσχυση και δεν επέρ­χεται μεταβολή του είδους και των επιμέρους ποσοστών ενίσχυσης ανά ομάδα επιλέξιμων δαπανών.
  2. Εφόσον το επενδυτικό σχέδιο υπάγεται στην πε­ρίπτωση Ειδικής κατηγορίας ενισχύσεων του Άρθρου 12 του Ν. 4399, εξακολουθούν να πληρούνται οι κατά περίπτωση προϋποθέσεις.
  3. Το αίτημα αλλαγής τόπου εγκατάστασης συνοδεύ­εται υποχρεωτικά από τα εξής δικαιολογητικά: α) τεκ­μηρίωση της σκοπιμότητας του αιτήματος, β) στοιχεία τεκμηρίωσης της διαθεσιμότητας του τόπου εγκατάστα­σης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά στο Παράρτημα 1 της παρούσας προκήρυξης, γ) τα κατά περίπτωση προβλεπόμενα στο Παράρτημα 1 της πα­ρούσας δικαιολογητικά, για την τεκμηρίωση του σημείου ii, εφόσον απαιτείται δ) δήλωση του φορέα.
  4. Αν η αλλαγή τόπου εγκατάστασης επισύρει ουσιώ­δεις διαφοροποιήσεις επί του εγκεκριμένου φυσικού αντι­κειμένου, υποβάλλεται και αίτημα τροποποίησης φυσικού αντικειμένου σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β.

δ) Αιτήματα αλλαγής του τρόπου χρηματοδότησης του ενισχυόμενου κόστους του επενδυτικού σχεδίου, με ίδια κεφάλαια ή με εξωτερική χρηματοδότηση, εξετάζονται και γίνονται αποδεκτά υπό τους παρακάτω όρους, πλέον των γενικών προϋποθέσεων της παρ. 3:

  1. Η αιτούμενη αλλαγή του τρόπου χρηματοδότησης πρέπει να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της παρ. 1 του Άρθρου 5 της παρούσας προκήρυξης.
  2. Η μεταβολή στον τρόπο χρηματοδότησης του επενδυτικού σχεδίου, δεν επιφέρει μείωση της συνο­λικής βαθμολογίας του επενδυτικού σχεδίου, κατά το χρόνο αξιολόγησης και υπαγωγής του, κάτω του ορίου που προσδιορίζεται από τη βαθμολογία του τελευταίου κατά σειρά επενδυτικού σχεδίου του οριστικού πίνακα κατάταξης στον οποίο είχε περιληφθεί το σχέδιο, εφό­σον κατά την κατάρτιση του πίνακα είχε εξαντληθεί ο σχετικός προϋπολογισμός κονδυλίων. Σε περίπτωση μη εξάντλησης του προϋπολογισμού μετά και το τελευταίο σχέδιο του οριστικού πίνακα και επάρκειας του υπολειπόμενου ποσού για την ενίσχυση του επενδυτικού σχε­δίου, το όριο αποδεκτής μείωσης της βαθμολογίας είναι το ελάχιστο απαιτούμενο όπως ορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου Δ1 του Άρθρου 14 της παρούσας προ­κήρυξης.
  3. Το αίτημα αλλαγής του τρόπου χρηματοδότησης της επένδυσης συνοδεύεται υποχρεωτικά από τα εξής δικαιολογητικά:

α) επιστολή του φορέα για την αιτούμε­νη τροποποίηση,

β) έγγραφα/στοιχεία τεκμηρίωσης της δυνατότητας χρηματοδότησης του επενδυτικού σχεδίου με τον νέο τρόπο που αιτείται ο φορέας, όπως απαιτού­νται για κάθε περίπτωση χρηματοδότησης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Παράρτημα 1 της παρούσας προκήρυξης, Τα έγγραφα και στοιχεία θα πρέπει να εί­ναι επίκαιρα ως προς το χρόνο υποβολής του αιτήμα­τος τροποποίησης. Ιδιαίτερα κατά την περίπτωση που ο φορέας αιτείται ως νέο τρόπο χρηματοδότησης, την κεφαλαιοποίηση ή την ανάλωση υφιστάμενων αποθεματικών, αυτά θα πρέπει να εμφανίζονται στις οικονομικές καταστάσεις της τελευταίας διαχειριστικής χρήσης πριν την υποβολή του αιτήματος τροποποίησης, βάσει των οποίων θα πρέπει να διαπιστώνεται και η πλήρωση των λοιπών προϋποθέσεων της παρ. 1 του Άρθρου 5.

γ) Επικαιροποιημένη βαθμολογία του επενδυτικού σχεδίου με το νέο χρηματοδοτικό σχήμα (βάσει των πινάκων του υποδείγματος που είχε υποβληθεί κατά την υπαγωγή οι οποίοι θα μεταβάλλονται μόνο ως προς τα νέα δεδο­μένα βάσει της αιτούμενης αλλαγής, προκειμένου να υπολογίζονται εκ νέου οι δείκτες ιδίων και διαθέσιμων κεφαλαίων και ο δείκτης ικανότητας αποπληρωμής τοκοχρεωλυσίων).

ε) Αιτήματα παράτασης του χρόνου ολοκλήρωσης της επένδυσης σύμφωνα με την παρ. 2 του Άρθρου 18 της παρούσης, εξετάζονται και γίνονται αποδεκτά υπό τους εξής όρους, πλέον των γενικών προϋποθέσεων της παρ. 3:

  1. Το αίτημα υποβάλλεται πριν τη λήξη της προθεσμίας ολοκλήρωσης όπως αυτή ορίζεται στην απόφαση υπα­γωγής και γίνεται αυτοδίκαια αποδεκτό χωρίς να απαι­τείται έκδοση απόφασης, εφόσον πιστοποιείται η υλο­ποίηση εντός της παραπάνω προθεσμίας του 50% του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου της επένδυσης, όπως αυτό ορίζεται στην απόφαση υπαγωγής ανεξάρτη­τα από τυχόν μεταγενέστερη απόφαση τροποποίησης.
  2. Η υλοποίηση του 50% του φυσικού και οικονομι­κού αντικειμένου εντός της παραπάνω προθεσμίας ολοκλήρωσης, πιστοποιείται μετά από έλεγχο αρμόδιου οργάνου σύμφωνα με το Άρθρο 16, εφόσον ο φορέας υποβάλει αίτηση ελέγχου υλοποίησης του 50% εντός 60 ημερών από τη λήξη της αρχικά εγκεκριμένης προθεσμί­ας ολοκλήρωσης, σύμφωνα με την παρ.4 του Άρθρου 18.
  3. Αίτημα παράτασης για λόγους ανωτέρας βίας υπο­βάλλεται πριν τη λήξη της αρχικά εγκεκριμένης ημερο­μηνίας ολοκλήρωσης και για χρονικό διάστημα ίσο με εκείνο της διακοπής ή της καθυστέρησης, με την προϋ­πόθεση ότι θα τεκμηριώνεται η δυνατότητα ολοκλήρω­σης του επενδυτικού σχεδίου εντός της νέας προθεσμίας. Το αίτημα συνοδεύεται υποχρεωτικά από: α)επιστολή του φορέα στην οποία αναφέρονται αναλυτικά και με χρονική σειρά τα γεγονότα που επέβαλαν τη διακοπή ή την καθυστέρηση των εργασιών υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου και συνιστούν λόγους ανωτέρας βίας, β) επίσημα έγγραφα και στοιχεία τεκμηρίωσης των ανωτέρω, γ) τεχνικό υπόμνημα για το υλοποιηθέν έργο και χρονοδιάγραμμα εργασιών για την ολοκλήρωση της επένδυσης ώστε να τεκμηριώνεται η δυνατότητα υλο­ποίησης του επενδυτικού σχεδίου εντός της αιτούμενης προθεσμίας.

στ) Αιτήματα έγκρισης εκμίσθωσης της ενισχυθείσας επένδυσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση ζ' του άρθρου 21, εξετάζονται και γίνονται αποδεκτά υπό τους εξής όρους, πλέον των γενικών προϋποθέσεων της παρ. 3:

  1. Φερεγγυότητα του μισθωτή και συνέχιση της λει­τουργίας της ενισχυόμενης επένδυσης στο ίδιο παρα­γωγικό αντικείμενο.
  2. Το αίτημα έγκρισης εκμίσθωσης συνοδεύεται από τα παρακάτω δικαιολογητικά: α) σχέδιο σύμβασης εκμίσθωσης της εγκατάστασης με αναφορά στη διάρκεια, μίσθωμα και λοιπούς όρους αυτής, β) επιστολή του νομί­μου εκπροσώπου του μισθωτή ως προς την πρόθεση ή και τον προγραμματισμό λειτουργίας της ενισχυόμενης επένδυσης στο ίδιο παραγωγικό αντικείμενο, γ) εταιρι­κό προφίλ και αντίγραφο τελευταίου καταστατικού του μισθωτή, δ) ασφαλιστική και φορολογική ενημερότητα του μισθωτή.
  1. Εφόσον τα ως άνω αιτήματα συνοδεύονται από αι­τιολόγηση της σκοπιμότητάς τους, καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η αρμόδια Υπηρεσία οφείλει να απαντήσει μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημε­ρών από την περιέλευση του αιτήματος σε αυτή. Αν η Υπηρεσία αποδεχτεί το αίτημα τροποποίησης ολικά ή μερικά, εισηγείται σχετικά προς το αρμόδιο όργανο για την τροποποίηση της απόφασης υπαγωγής ή την έκδοση απόφασης έγκρισης της μεταβολής εφόσον το αίτημα υποβάλλεται μετά την ολοκλήρωση του επενδυτικού σχεδίου. Στην αντίθετη περίπτωση, εκδίδει αιτιολογη­μένη απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιείται στο φορέα, στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την οποία έχει δηλώσει κατά την εγγραφή του στο ΠΣΚΕ. Νέο αίτημα του ίδιου φορέα για τροποποίηση όρων της από­φασης υπαγωγής με το ίδιο περιεχόμενο δεν εξετάζεται κατ' ουσία και αρχειοθετείται.
  2. α) Η τροποποίηση της απόφασης υπαγωγής διενεργείται αυτεπαγγέλτως από την αρμόδια υπηρεσία, στις περιπτώσεις αλλαγής επωνυμίας ή/και νομικής μορφής του φορέα της επένδυσης, οι οποίες διαπιστώνονται κατά τη διαδικασία γνωστοποίησης μεταβολής στοιχεί­ων του φορέα σύμφωνα με τις παραγράφους 3θ και 4 του άρθρου 21 της παρούσας. Για την έκδοση τροποποιητικής απόφασης, κατά την γνωστοποίηση της μεταβολής συνυποβάλλεται υποχρεωτικά ισχύον καταστατικό της επιχείρησης και βεβαίωση της μεταβολής στο ΓΕΜΗ.

β) Εφόσον κατά τη γνωστοποίηση μεταβολής της εται­ρικής σύνθεσης του φορέα του επενδυτικού σχεδίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 3θ και 4 του άρ­θρου 21 της παρούσας, διαπιστώνεται ότι λόγω αυτής ο φορέας έπαυσε να είναι μεσαία ή μικρή επιχείρηση, η υπηρεσία προβαίνει αυτεπάγγελτα σε τροποποίηση των όρων της απόφασης υπαγωγής ή και ανάκληση αυτής εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής.

  1. Για την υποβολή αιτημάτων της παραγράφου 1 απαιτείται η καταβολή παραβόλου το ύψος του οποίου καθορίζεται με την κοινή απόφαση των Υπουργών Οι­κονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Οικονομικών της παραγράφου 6 του άρθρου 17 του Ν. 4399/2016.

Άρθρο 18 Ολοκλήρωση επενδυτικών σχεδίων και έναρξη παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης

  1. Το επενδυτικό σχέδιο ολοκληρώνεται με την υλοποί­ηση του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου και με την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης, εφόσον εξυπηρετούνται οι αρχικοί σκοποί παραγωγικής λειτουργίας και ο ολοκληρωμένος χαρακτήρας της επέν­δυσης, εντός της ορισθείσας στην απόφαση υπαγωγής προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη από την ημερομηνία δημοσίευσης της ως άνω απόφασης. Η ολοκλήρωση και έναρξη παραγωγικής λει­τουργίας της επένδυσης πιστοποιείται με την έκδοση σχετικής απόφασης από τα αρμόδια όργανα της παρα­γράφου Ε1 του άρθρου 14.
  2. α. Η προβλεπόμενη στην απόφαση υπαγωγής προ­θεσμία ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου μπορεί να παραταθεί άπαξ έως δύο (2) έτη κατ' ανώτατο όριο, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

αα. Ηλεκτρονική υποβολή του σχετικού αιτήματος πριν από τη λήξη της προθεσμίας ολοκλήρωσης, όπως αυτή ορίζεται αρχικά στην απόφαση υπαγωγής,

ββ. υλοποίηση του 50% του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου.

β. Η προβλεπόμενη στην απόφαση υπαγωγής προ­θεσμία ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου μπορεί επίσης να παραταθεί για λόγους ανωτέρας βίας για χρο­νικό διάστημα ίσο με εκείνο της διακοπής ή της καθυ­στέρησης, με την προϋπόθεση ότι θα τεκμηριώνεται η δυνατότητα ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου εντός της νέας προθεσμίας.

  1. Για την πιστοποίηση της έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης απαιτείται να τεκμηριώνεται η λειτουργία της μονάδας, ιδίως με την πώληση προϊό­ντων ή παροχή υπηρεσιών και με την έκδοση όλων των νομιμοποιητικών αδειών, καθώς και με τη δημιουργία των μισών τουλάχιστον από τις νέες θέσεις εργασίας (εκ­φρασμένων σε Ε.Μ.Ε.) που ορίζονται με την απόφαση υπαγωγής Οι λοιπές θέσεις πρέπει να δημιουργούνται μέχρι τη λήξη του προβλεπόμενου διαστήματος τήρη­σης των μακροχρόνιων υποχρεώσεων.
  2. Ο επενδυτής υποβάλλει αίτηση ηλεκτρονικά μέσω ΠΣΚΕ για την πιστοποίηση της ολοκλήρωσης και έναρ­ξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης και για την πιστοποίηση της υλοποίησης του 50% του φυσικού και οικονομικού αντικειμένου το αργότερο μέσα σε εξήντα (60) μέρες από τη λήξη της προθεσμίας ολοκλήρωσης της επένδυσης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 19. Εάν ο φορέας του επενδυτικού σχεδίου δεν υποβάλει την αίτηση της προηγούμενης παραγράφου, συνοδευόμενη από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και εντός της ως άνω προθεσμίας, η επένδυση θεωρείται ως μη ολοκληρωθείσα. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση υπαγωγής ανακαλείται και ανακτώνται τα ποσά ενίσχυσης, τα οποία τυχόν έχουν χορηγηθεί, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 8 και 9 του άρθρου 23.

Άρθρο 19 Διαδικασία πιστοποίησης της ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης

  1. Ο έλεγχος της ολοκλήρωσης και έναρξης της παρα­γωγικής λειτουργίας της επένδυσης διενεργείται κατόπιν υποβολής του αιτήματος του άρθρου 18, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 16.
  2. Με την απόφαση ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης καθορίζονται ο χρόνος ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου και το τελικό ποσό ενίσχυσης. Ως χρόνος ολοκλήρωσης νοείται ο πραγματικός χρόνος ολοκλήρωσης φυσικού και οικο­νομικού αντικειμένου όπως αυτός αποτυπώνεται στην απόφαση ολοκλήρωσης και όχι ο χρόνος δημοσίευσης της απόφασης ολοκλήρωσης.
  3. Με την απόφαση ολοκλήρωσης και έναρξης της πα­ραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης δεν μπορεί να επέλθει αύξηση του συνολικού ενισχυόμενου κόστους του επενδυτικού σχεδίου, ούτε του συνολικού ποσού της ενίσχυσης, ούτε των επιμέρους ποσοστών ενίσχυ­σης ανά ομάδα επιλέξιμων δαπανών, όπως αυτά είχαν οριστεί αρχικά στην απόφαση υπαγωγής.

Άρθρο 20 Καταβολή ενισχύσεων

Η καταβολή της ενίσχυσης ή η χρήση της ωφέλει­ας από το δικαιούχο μπορεί να πραγματοποιείται είτε εφάπαξ με την έκδοση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας του επενδυτικού σχε­δίου είτε σταδιακά και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέ­σεις των επόμενων παραγράφων. Ο προσδιορισμός των ποσών της δικαιούμενης ενίσχυσης ανά είδος ενίσχυσης γίνεται βάσει των επιμέρους ποσοστών ενίσχυσης ανά ομάδα επιλέξιμων δαπανών, όπως αυτά έχουν οριστεί στην απόφαση υπαγωγής.

  1. Φορολογική απαλλαγή

α. Το δικαίωμα έναρξης χρήσης της ωφέλειας του κι­νήτρου της φορολογικής απαλλαγής θεμελιώνεται με την πιστοποίηση της υλοποίησης του 50% του κόστους του επενδυτικού σχεδίου από το αρμόδιο όργανο ελέγ­χου. Ο φορέας μπορεί να αξιοποιήσει το σύνολο της δικαιούμενης ενίσχυσης της φορολογικής απαλλαγής εντός δεκαπέντε (15) φορολογικών ετών από το έτος θεμελίωσης του δικαιώματος χρήσης της ωφέλειας με τους ακόλουθους περιορισμούς που ισχύουν σωρευτικά:

αα. η δικαιούμενη ενίσχυση να μην υπερβαίνει, κατ' έτος, το είκοσι τοις εκατό (20%) του συνολικού εγκεκρι­μένου ποσού της φορολογικής απαλλαγής, με εξαίρεση την περίπτωση της μη πλήρους αξιοποίησής του κατά τα προηγούμενα φορολογικά έτη λόγω έλλειψης επαρκών κερδών. Στην περίπτωση αυτή τυχόν εναπομείναν ποσό ενίσχυσης από προηγούμενα φορολογικά έτη προστί­θεται στο ως άνω υπολογιζόμενο μέγιστο ετήσιο ποσό δικαιούμενης ενίσχυσης,

ββ. η δικαιούμενη ενίσχυση να μην υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού εγκεκριμένου ποσού της φορολογικής απαλλαγής, μέχρι το φορολο­γικό έτος της έκδοσης της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης.

β. Το ποσό της δικαιούμενης ενίσχυσης της φορο­λογικής απαλλαγής για το τμήμα του εξοπλισμού του επενδυτικού σχεδίου, που αποκτάται με χρηματοδοτική μίσθωση, προσδιορίζεται για κάθε φορολογικό έτος ως ποσοστό επί του τμήματος της αξίας κτήσης του εξο­πλισμού, το οποίο εμπεριέχεται στα μισθώματα που καταβλήθηκαν μέχρι τη λήξη του φορολογικού έτους.

γ. Το κατ' έτος αναλωθέν ποσό της φορολογικής απαλ­λαγής εμφανίζεται σε ειδικό αποθεματικό και αντίστοιχο λογαριασμό στα βιβλία της επιχείρησης, που σχηματί­ζεται από το φόρο εισοδήματος, ο οποίος δεν καταβλή­θηκε λόγω της παρεχόμενης φορολογικής απαλλαγής.

δ. Με την κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Οικονομικών της περ. δ της παρ. 1 του άρθρου 20 του Ν. 4399/2016 εξειδικεύ­εται ο τρόπος υπολογισμού του ποσού της ενίσχυσης της φορολογικής απαλλαγής για κάθε φορολογικό έτος, τυχόν δικαιολογητικά που απαιτούνται για τη χρήση του φορολογικού οφέλους, το περιεχόμενο της Δήλωσης Φορολογικής Απαλλαγής (ΔΦΑ) της περίπτωσης ιβ' της παραγράφου 3 του άρθρου 21 και κάθε συναφές θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παρα­γράφου.

  1. Επιχορήγηση

α. Ποσό που ανέρχεται μέχρι το πενήντα τοις εκατό (50%) της εγκεκριμένης επιχορήγησης μπορεί κατόπιν σχετικού αιτήματος να καταβάλλεται στον δικαιούχο μετά την πιστοποίηση από το αρμόδιο όργανο ελέγχου της υλοποίησης του 50% του συνολικού κόστους του επενδυτικού σχεδίου.

β. Το υπόλοιπο ποσό της επιχορήγησης ή το σύνολό της σε περίπτωση μη εφαρμογής της ρύθμισης της περί­πτωσης α', καταβάλλεται μετά την έκδοση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης.

γ. Τα ποσά της επιχορήγησης δεν αφαιρούνται από την αξία των επενδυτικών δαπανών προκειμένου να γίνει προσδιορισμός των φορολογητέων κερδών.

δ. Η επιχορήγηση καταβάλλεται απευθείας μέσω ηλεκτρονικής πληρωμής σε τραπεζικό λογαριασμό του φορέα του επενδυτικού σχεδίου και δεν επιτρέπεται η εκχώρησή της σε τρίτους. Κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η εκχώρηση της απαίτησης του ποσού της επιχορήγησης σε Τραπεζικά Ιδρύματα για την παροχή βραχυπρόθε­σμου δανείου ισόποσου της εκχωρούμενης επιχορήγη­σης, που χρησιμοποιείται για την υλοποίηση του επεν­δυτικού σχεδίου. Στις περιπτώσεις αυτές η καταβολή της επιχορήγησης γίνεται απευθείας στην Τράπεζα με την οποία έχει υπογραφεί η σύμβαση εκχώρησης της απαίτησης, εφόσον κάθε φορά έχει αναληφθεί ισόποσο τουλάχιστον της καταβαλλόμενης επιχορήγησης τμήμα του βραχυπρόθεσμου αυτού δανείου.

  1. Επιδότηση Χρηματοδοτικής Μίσθωσης

α. Η έναρξη της καταβολής της επιδότησης χρηματο­δοτικής μίσθωσης μπορεί να πραγματοποιείται μετά την πιστοποίηση από το αρμόδιο όργανο ελέγχου της εγκα­τάστασης στη μονάδα του συνόλου του μισθωμένου εξοπλισμού, σύμφωνα με τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης.

β. Η επιδότηση καταβάλλεται ανά εξάμηνο και μετά την εκάστοτε πληρωμή των δόσεων του μισθώματος εκ μέρους του φορέα της επένδυσης. Το ποσό που κα­ταβάλλεται υπολογίζεται επί της αξίας απόκτησης του εξοπλισμού, το οποίο εμπεριέχεται στις καταβαλλόμενες δόσεις, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα ποσοστά ενισχύσε­ων και με τον περιορισμό της μη υπέρβασης της κατα­βολής του εξήντα τοις εκατό (60%) του εγκεκριμένου ποσού μέχρι την έκδοση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας του επενδυ­τικού σχεδίου.

γ. Είναι δυνατή η προεξόφληση των δόσεων χρημα­τοδοτικής μίσθωσης από το φορέα της επένδυσης μόνο για τους τελευταίους δώδεκα (12) μήνες της σύμβασης μίσθωσης, όπως αυτή έχει εγκριθεί από την αρμόδια υπηρεσία.

δ. Τα ποσά της επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης δεν αφαιρούνται από την αξία των επενδυτικών δαπα­νών προκειμένου να γίνει προσδιορισμός των φορολο­γητέων κερδών.

  1. Επιδότηση του κόστους της δημιουργούμενης απα­σχόλησης

α. Η έναρξη της επιδότησης του κόστους της δημιουρ­γούμενης απασχόλησης μπορεί να πραγματοποιείται μετά την πιστοποίηση από το αρμόδιο όργανο ελέγχου της δημιουργίας των συνδεόμενων με το επενδυτικό σχέδιο θέσεων εργασίας.

β. Η επιδότηση καταβάλλεται ανά εξάμηνο και μετά την εκάστοτε πληρωμή του μισθολογικού κόστους εκ μέρους του φορέα της επένδυσης, με τον περιορισμό της μη υπέρβασης της καταβολής του εξήντα τοις εκατό (60%) του εγκεκριμένου ποσού μέχρι την έκδοση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας της επένδυσης.

  1. Τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, για την καταβολή της επιχορήγησης, της επιδότησης της χρηματοδοτικής μίσθωσης και της επιδότησης του κόστους της δημιουρ­γούμενης απασχόλησης αναφέρονται στο Παράρτημα 6.
  2. Οι επιχορηγήσεις, οι επιδοτήσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης και οι επιδοτήσεις του μισθολογικού κόστους που προβλέπονται στον Νόμο 4399/2016 καλύπτονται από τον Προϋπολογισμό Δημοσίων Επενδύσεων, στον οποίο εγγράφεται η σχετική προβλεπόμενη δαπάνη για κάθε οικονομικό έτος και προέρχονται από εθνικούς πό­ρους ή Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία ή και από άλλους χρηματοδοτικούς οργανισμούς, σύμ­φωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις της εθνικής και ενωσιακής νομοθεσίας.
  3. Τα ποσά της ληφθείσας επιχορήγησης, επιδότησης χρηματοδοτικής μίσθωσης, επιδότησης του κόστους της δημιουργούμενης απασχόλησης, καθώς και απαλλαγής από καταβολή φόρου, εμφανίζονται σε λογαριασμό ειδι­κού αποθεματικού και σε περίπτωση διανομής ή κεφα­λαιοποίησής του, εντός του χρονικού διαστήματος που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 21, επιστρέφονται και επιβάλλονται οι κυρώ­σεις που προβλέπονται από τον N. 4174/2013 (Α' 170). Σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης μέρους ή του συνόλου του αποθεματικού μετά την παρέλευση του ως άνω διαστήματος, αυτό προστίθεται στα κέρδη της επιχείρησης και φορολογείται στο φορολογικό έτος, κατά το οποίο έλαβε χώρα η διανομή ή ανάληψη του αντίστοιχου ποσού του αποθεματικού, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας.

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ  ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 21 Υποχρεώσεις ενισχυόμενων φορέων

  1. Οι φορείς, των οποίων τα επενδυτικά σχέδια υπά­γονται στις διατάξεις του παρόντος, οφείλουν, πλέον των οριζόμενων στο άρθρο 6, να τηρούν από το χρόνο έναρξης εργασιών του επενδυτικού σχεδίου διπλογρα­φικό λογιστικό σύστημα (βιβλία Γ' κατηγορίας) ή απλογραφικό λογιστικό σύστημα (βιβλία Β' κατηγορίας) για επενδυτικά σχέδια των οποίων το επιλέξιμο κόστος δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, καθώς και διακριτή λογιστική παρακολούθηση των μεγεθών, που σχετίζονται με την υλοποίηση του σχεδίου και τους όρους της απόφασης υπαγωγής.
  2. Ορίζεται διάστημα τήρησης μακροχρόνιων υποχρε­ώσεων των φορέων μετά την ολοκλήρωση του επενδυ­τικού σχεδίου και την πιστοποίηση έναρξης της παρα­γωγικής λειτουργίας του όπως αυτή προσδιορίζεται στις αποφάσεις ολοκλήρωσης, ως εξής: τριών (3) ετών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου για τις Πολύ Μικρές και Μικρές επιχειρήσεις, πέντε (5) ετών για τις Μεσαίες επιχειρήσεις και επτά (7) ετών για τις Μεγάλες επιχειρήσεις. Σε περιπτώσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης, το παραπάνω διάστημα παρατείνεται για όσα επιπλέον έτη διαρκεί η σύμβαση μίσθωσης. Σε περιπτώ­σεις δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, το παραπάνω διάστημα προσαρμόζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση γ' της παραγράφου 5 του άρθρου 8.
  3. Οι φορείς, μετά την υπαγωγή τους στον παρόντα νόμο και μέχρι τη λήξη του διαστήματος τήρησης μα­κροχρόνιων υποχρεώσεων οφείλουν:

α. να τηρούν τους όρους της απόφασης υπαγωγής,

β. να μην παύσουν τη λειτουργία της επιχείρησης,

γ. να μη διακόπτουν την παραγωγική δραστηριότητα της επένδυσης,

 δ. να αποκτούν την κυριότητα του μισθωμένου εξοπλι­σμού με τη λήξη της οικείας σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης,

ε. να μη μεταβιβάζουν για οποιονδήποτε λόγο πάγια περιουσιακά στοιχεία, τα οποία έτυχαν ενίσχυσης, εκτός εάν αυτά αντικατασταθούν εντός εξαμήνου από άλλα καινούρια, κυριότητας του φορέα και ανάλογης αξίας, που να ανταποκρίνονται στην εξυπηρέτηση της παρα­γωγικής λειτουργίας της επιχείρησης. Ο φορέας υπέχει υποχρέωση γνωστοποίησης της αντικατάστασης των ως άνω περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4,

στ. να μη μεταβάλλουν τον τόπο εγκατάστασης της επένδυσης, χωρίς προηγούμενη έγκριση του αρμοδίου οργάνου, σύμφωνα με το άρθρο 17, και υπό τους όρους της διατήρησης της επένδυσης στην ίδια Περιφέρεια (NUTS 2), εντός της οποίας χορηγήθηκε η ενίσχυση και της μη μεταβολής του είδους και των επιμέρους ποσο­στών ενίσχυσης ανά ομάδα επιλέξιμων δαπανών,

ζ. να μην εκμισθώνουν μέρος ή το σύνολο της ενισχυθείσας επένδυσης μετά την ολοκλήρωση του επενδυ­τικού σχεδίου και μέχρι τη λήξη τήρησης των μακρο­χρόνιων υποχρεώσεων, χωρίς προηγούμενη έγκριση της μεταβολής, σύμφωνα με το άρθρο 17 και υπό τους όρους της φερεγγυότητας του μισθωτή και της συνέχι­σης της λειτουργίας της ενισχυόμενης επένδυσης στο ίδιο παραγωγικό αντικείμενο. Την ευθύνη για την τήρηση των όρων υπαγωγής υπέχει ο εκμισθωτής. Η υποχρέωση προηγούμενης τροποποίησης ισχύει και στην περίπτωση εκμίσθωσης της επένδυσης πριν την ολοκλήρωση του επενδυτικού σχεδίου, εφόσον η διάρκεια της μίσθωσης εκτείνεται και μετά την ολοκλήρωση της επένδυσης,

η. να μην συγχωνευθούν, απορροφήσουν ή απορρ φηθούν από άλλη εταιρεία ή αποσχίσουν κλάδο, στον οποίο εντάσσεται η ενισχυθείσα επένδυση, χωρίς προ­ηγούμενη έγκριση της αρμόδιας Υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 17. Η έγκριση δίνεται υπό τους όρους της ολοκλήρωσης του επενδυτικού σχεδίου ή συνέχισης της λειτουργίας της επένδυσης στο ίδιο παραγωγικό αντικεί­μενο, καθώς επίσης υπό τον όρο ανάληψης από το νέο φορέα του συνόλου των υποχρεώσεων που απορρέουν από την απόφαση υπαγωγής,

θ. να γνωστοποιούν κάθε μεταβολή των στοιχείων τους, όπως επωνυμία, νομική μορφή, έδρα, στοιχεία επικοινωνίας και άλλα, καθώς και οποιαδήποτε μετα­βολή της εταιρικής τους σύνθεσης. Εάν διαπιστωθεί κατά την ολοκλήρωση της επένδυσης ότι λόγω αλλαγής της εταιρικής σύνθεσης ο φορέας του επενδυτικού σχεδίου έπαυσε να είναι μεσαία ή μικρή επιχείρηση, επέρχεται τροποποίηση των όρων της απόφασης υπαγωγής ή και ανάκληση αυτής εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέ­σεις υπαγωγής,

ι. να διατηρούν τις Ετήσιες Μονάδες Εργασίας (Ε.Μ.Ε.) τους, όπως προβλέπονται στην απόφαση υπαγωγής, μέ­χρι τη λήξη του προβλεπόμενου διαστήματος τήρησης των μακροχρόνιων υποχρεώσεων, με την επιφύλαξη της περ. γ της παρ. 5 του άρθρου 8 του Ν. 4399/2016, ια. να αναρτούν στο τόπο εγκατάστασης της επένδυ­σης πινακίδα που θα περιέχει την αναφορά της ένταξης της επένδυσης στο Ειδικό Καθεστώς του Αναπτυξιακού Νόμου,

ιβ. να υποβάλλουν Δήλωση Φορολογικής Απαλλα­γής (Δ.Φ.Α.) μέσω ΠΣΚΕ στις οριζόμενες προθεσμίες υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, από το πρώτο έτος χρήσης της ωφέλειας και κάθε έτος μέχρι την εξάντληση του δικαιούμενου ποσού ή μέχρι την παρέλευση των δεκαπέντε (15) ετών από τη θεμελίωση του δικαιώματος έναρξης χρήσης της ωφέλειας. Τα δηλωθέντα στη Δ.Φ.Α. στοιχεία διασταυρώνονται από την αρμόδια υπηρεσία με τα αντίστοιχα της οικείας δή­λωσης φορολογίας εισοδήματος. Η υποχρέωση αυτή ισχύει αποκλειστικά για τους φορείς που κάνουν χρήση της φορολογικής απαλλαγής, ιγ. να διατηρούν τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες, βάσει των οποίων έτυχαν ειδικής αντιμετώπισης στην αξιολόγηση και στις παρεχόμενες ενισχύσεις, σύμφωνα με τις περιπτώσεις γ, ε, στ, η, θ' και ι' του άρθρου 12.

  1. Η γνωστοποίηση των μεταβολών των περιπτώσεων ε' και θ' της προηγούμενης παραγράφου, με τα σχετικά δικαιολογητικά, πραγματοποιείται μέσω του Π.Σ.Κ.Ε. εντός διμήνου από τη συντέλεσή τους.
  2. Οι φορείς των επενδυτικών σχεδίων που εντάσσο­νται στις διατάξεις του παρόντος, διατηρούν λεπτομε­ρείς φακέλους με τις πληροφορίες και τα δικαιολογητικά έγγραφα που απαιτούνται προκειμένου να διαπιστωθεί η πλήρωση όλων των όρων και προϋποθέσεων υπαγω­γής, ώστε να ανταποκρίνονται σε ελέγχους που διενεργούνται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ή υπηρεσίες τις Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι ανωτέρω φάκελοι φυλάσσονται για δέκα (10), έτη από την ημερομηνία χορήγησης της τελευταίας ενίσχυσης.

Άρθρο 22 Παρακολούθηση τήρησης μακροχρόνιων υποχρεώσεων

  1. Η παρακολούθηση της τήρησης των μακροχρόνι­ων υποχρεώσεων των φορέων υλοποίησης των επεν­δυτικών σχεδίων διενεργείται ετησίως με την αποστολή στοιχείων από τους φορείς, στην αρμόδια υπηρεσία της παραγράφου 2 του άρθρου 13, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από τη συμπλήρωση εκάστου έτους λειτουργί­ας της ενισχυθείσας επένδυσης, βάσει της ημερομηνίας ολοκλήρωσης και μέχρι τη λήξη του προβλεπόμενου διαστήματος τήρησης των μακροχρόνιων υποχρεώσεων. Τα στοιχεία υποβάλλονται μέσω του ΠΣΚΕ και αφορούν στα εξής:

α) τεκμηρίωση της νόμιμης λειτουργίας του φορέα του επενδυτικού σχεδίου,

β) πιστοποίηση της φερεγγυότητας του φορέα του επενδυτικού σχεδίου,

 γ) τεκμηρίωση της παραγωγικής λειτουργίας της ενι­σχυθείσας επένδυσης,

δ) τεκμηρίωση των θέσεων απασχόλησης.

  1. Ο έλεγχος των στοιχείων διενεργείται ετησίως σε τυχαίο δείγμα, το οποίο ανέρχεται σε ποσοστό 10% των επενδυτικών σχεδίων που υποβάλλουν στοιχεία, σύμφω­να με την προηγούμενη παράγραφο, βάσει καταλόγου που καταρτίζεται μέσω του ΠΣΚΕ. Ο κατάλογος μπορεί να τροποποιείται προκειμένου να συμπεριληφθούν επενδυτικά σχέδια, για τα οποία προέκυψαν ενδείξεις για μη τήρηση των μακροχρόνιων υποχρεώσεών τους. Ο έλεγχος διενεργείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 16.
  2. Με την απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανά­πτυξης και Τουρισμού της παρ. 3 του άρθρου 22 του Ν. 4399/2016 καθορίζεται η διαδικασία, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικά με την παρακολούθηση τήρησης των μακροχρόνιων υποχρεώσεων.

Άρθρο 23 Κυρώσεις

1. Σε περιπτώσεις παραβάσεων των περ. β, γ, δ, ε, στ, και ι' (για την ενίσχυση μισθολογικού κόστους) της πα­ραγράφου 3 του άρθρου 21 ή εν γένει παραβάσεων των όρων συμβατότητας με το Γ.Α.Κ., ανακαλείται η απόφαση υπαγωγής και ανακτάται με τη διαδικασία είσπραξης δημόσιων εσόδων το σύνολο της ενίσχυσης, προσαυξη­μένο κατά το ποσό των νόμιμων τόκων από την εκάστοτε καταβολή. Οι σχετικές αποδείξεις καταβολής των ενισχύ­σεων από το Δημόσιο αποτελούν τίτλο για τη βεβαίω­ση του χρέους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. Στις περιπτώσεις που η επιχείρηση αξιοποιεί το κίνητρο της φορολογικής απαλλαγής, επιβάλλεται η κύρωση της ολικής απώλειας του φορολογικού οφέλους και καταβολής του συνόλου τυχόν μη αποδοθέντος φόρου προσαυξημένου κατά το ποσό των νόμιμων τόκων από το κάθε έτος χρήσης της ωφέλειας.

  1. Στις λοιπές περιπτώσεις του άρθρου 21 μπορεί να ανακληθεί η απόφαση υπαγωγής και να ανακτηθεί η ενίσχυση ή να παρακρατηθεί ή ανακτηθεί μέρος αυτής προσαυξημένη κατά το ποσό των νόμιμων τόκων από την εκάστοτε καταβολή. Στις περιπτώσεις που η επιχεί­ρηση αξιοποιεί το κίνητρο της φορολογικής απαλλαγής, επιβάλλεται η κύρωση της ολικής ή μερικής απώλειας του φορολογικού οφέλους και καταβάλλεται το σύνολο ή μέρος τυχόν μη αποδοθέντος φόρου προσαυξημένου κατά το ποσό των νόμιμων τόκων από το κάθε έτος χρή­σης της ωφέλειας.
  2. Σε περίπτωση μη τήρησης των όρων υπαγωγής του Άρθρου 12, το τμήμα της χορηγηθείσας ενίσχυσης με τη μορφή επιχορήγησης μετατρέπεται σε φορολογική απαλλαγή, η ένταση της οποίας παραμένει στο 70% της μέγιστης έντασης ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρ­θρο 11. Το προβλεπόμενο διάστημα χρήσης της φορο­λογικής απαλλαγής εκκινεί από το χρόνο πιστοποίησης του 50% του επενδυτικού σχεδίου ή από την έκδοση της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λει­τουργίας της επένδυσης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 20 και δεν μετατοπίζεται στο χρόνο διαπίστωσης της σχετικής παράβασης. Τυχόν ποσά επιχορήγησης που έχουν καταβληθεί επιστρέφονται εντόκως.
  3. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι έχουν υποβληθεί στην υπηρεσία ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία ή ότι έχουν αποσιωπηθεί στοιχεία, η γνώση των οποίων θα οδηγούσε στον αποκλεισμό της υπαγωγής του επενδυ­τικού σχεδίου στις διατάξεις του παρόντος ή θα οδη­γούσε στο να υπαχθεί με όρους διαφορετικούς ή σε μη πιστοποίηση της ολοκλήρωσης, η απόφαση υπαγωγής:

α. εάν δεν έχει ολοκληρωθεί η επένδυση και έχει δοθεί τμήμα της ενίσχυσης, η απόφαση υπαγωγής ανακαλείται και επιστρέφεται η χορηγηθείσα ενίσχυση,

β. εάν έχει ολοκληρωθεί η επένδυση, επιστρέφεται το σύνολο της χορηγηθείσας ενίσχυσης.

  1. Οι συνέπειες, που προβλέπονται στις παραγράφους 1,2 και 3 επέρχονται, εφόσον η διαπίστωση της παράβα­σης γίνει εντός δεκαετίας από την ημερομηνία δημοσί­ευσης της περίληψης της απόφασης ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας.
  2. Σε περίπτωση μη υποβολής στοιχείων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση ιβ' της παραγράφου 3 και στην παράγραφο 4 του άρθρου 21 επιβάλλεται στο φορέα πρόστιμο που μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 0,5% έως 3% της ενίσχυσης, που έχει εγκριθεί, για κάθε έτος μη τήρησης της υποχρέωσης υποβολής στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικότερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Σε περίπτωση της κατ' εξακολούθηση παρα­βίασης της ως άνω υποχρέωσης διατάσσεται αμέσως έλεγχος κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 16 και επιβάλ­λονται οι αντίστοιχες κυρώσεις του παρόντος άρθρου.
  3. Για την επιβολή των κυρώσεων των παραγράφων 2 και 3 εκτιμώνται οι ειδικότερες περιστάσεις κάθε υπόθε­σης και λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση, κριτήρια, όπως ιδίως ο χρόνος αθέτησης της υποχρέωσης, το ύψος του ποσοστού συμμετοχής στην εταιρική σύνθεση της εταιρίας, το μέγεθος της ενισχυθείσας επένδυσης που εκμισθώθηκε, το ύψος της αξίας των πάγιων περιουσι­ακών στοιχείων που έχουν ενισχυθεί και μεταβιβάστη­καν, καθώς και ο βαθμός αναίρεσης της υλοποίησης και λειτουργίας της επένδυσης κατά τους όρους της υπα­γωγής. Η επιβολή μερικής επιστροφής της εγκριθείσας ενίσχυσης μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 0,5% και 30%, βάσει των αναφερομένων στο προηγούμενο εδάφιο κριτηρίων.
  4. Με την απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανά­πτυξης και Τουρισμού της παρ. 8 του άρθρου 23 του Ν. 4399/2016 καθορίζονται οι διαδικασίες ανάκλησης των αποφάσεων υπαγωγής και ανάκτησης ενισχύσεων, ο τρόπος επιβολής προστίμου και είσπραξής του και κάθε άλλο συναφές με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θέμα.
  5. Με την κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού και Οικονομικών της παρ. 9 του άρθρου 23 του Ν. 4399/2016 καθορίζεται η διαδι­κασία και ο τρόπος για την ανάκληση του φορολογικού οφέλους, την καταβολή των οφειλόμενων φόρων, τον τύπο και το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης του οφειλόμενου ποσού φόρου, καθώς και κάθε άλλο σχε­τικό θέμα.

ΘΕΣΜΟΘΕΤΗΣΗ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ

Άρθρο 24 Μητρώο Αξιολογητών

  1. Οι αξιολογητές των επενδυτικών σχεδίων προέρχο­νται από το Εθνικό Μητρώο Πιστοποιημένων Αξιολογη­τών (Ε.Μ.Π.Α.) του Π.δ. 33/2011 (Α' 83), βάσει ηλεκτρο­νικής κλήρωσης.
  2. Η Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων μεριμνά για την κατάρτιση και επιμόρφωση των αξιολογητών και την περιοδική πιστοποίηση των δεξιοτήτων τους.
  3. Για την εξειδίκευση των υποχρεώσεων των αξιο­λογητών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και των συνεπειών που επιφέρει η μη συμμόρφωσή τους σε αυτές, εκδίδεται Οδηγός Δεοντολογίας Αξιολογητών από τη Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων, ο οποίος αναρτάται στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα του αναπτυ­ξιακού νόμου.

Άρθρο 25 Μητρώο Ελεγκτών

  1. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών παρακολούθη­σης και ελέγχου των επενδυτικών σχεδίων αξιοποιείται το Εθνικό Μητρώο Πιστοποιημένων Ελεγκτών (ΕΜΠΕ) του Π.δ. 33/2011 (Α' 83).
  2. Η Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων μεριμνά για την κατάρτιση και επιμόρφωση των ελεγκτών και την περιοδική πιστοποίηση των δεξιοτήτων τους.
  3. Για την εξειδίκευση των υποχρεώσεων των ελεγκτών κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους και των συνε­πειών που επιφέρει η μη συμμόρφωσή τους σε αυτές, εκδίδεται Οδηγός Δεοντολογίας Ελεγκτών από τη Γενική Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων, ο οποίος αναρτάται στο διαδίκτυο στην ιστοσελίδα του αναπτυξιακού νόμου.

Άρθρο 26 Επιτροπή Διαχείρισης Μητρώων και Ελέγχου Διαδικασιών

  1. Με την απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Ανά­πτυξης και Τουρισμού της παρ. 1 του άρθρου 26 του Ν. 4399/2016 συστήνεται Επιτροπή Διαχείρισης Μητρώ­ων και Ελέγχου Διαδικασιών. Η επιτροπή είναι πενταμε­λής και αποτελείται από υπαλλήλους του ως άνω Υπουρ­γείου ή και των Περιφερειών. Η Επιτροπή αυτή ασκεί σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες της παραγράφου 2 του άρθρου 13 τις εξής αρμοδιότητες:

α. εξετάζει τις αιτήσεις των υποψήφιων αξιολογητών και ελεγκτών και εισηγείται σχετικά στον αρμόδιο Υπουρ­γό, με απόφαση του οποίου εγγράφονται στα Μητρώα, β. παρακολουθεί τη συμμόρφωση των εγγεγραμμένων στα Μητρώα στις διατάξεις τους παρόντος, καθώς και την ορθή εφαρμογή εκ μέρους τους του κανονιστικού πλαισίου,

γ. μπορεί να προβαίνει σε συστάσεις προς τους εγγε­γραμμένους στα Μητρώα, να επιβάλει την προσωρινή τους παύση, καθώς και να εισηγείται προς τον Υπουργό την οριστική διαγραφή τους, σε περιπτώσεις που δια­πιστώνεται πλημμελής ή εκπρόθεσμη εκπλήρωση των καθηκόντων το υς, δ. διενεργεί ελέγχους στις εκθέσεις αξιολόγησης ή ελέγ­χου που υποβάλλουν οι εγγεγραμμένοι στα Μητρώα, ε. συντάσσει Οδηγό Διαχείρισης των δύο Μητρώων, ο οποίος περιλαμβάνει τα σχετικά με τα προσόντα και την αξιολόγηση των εγγεγραμμένων σε αυτά.

  1. Η Επιτροπή στο τέλος κάθε έτους υποβάλει έκθε­ση προς τον Υπουργό Οικονομίας, Ανάπτυξης και Του­ρισμού για την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών εφαρμογής του αναπτυξιακού νόμου, καθώς και προ­τάσεις για τη βελτίωσή τους.
  2. Οι αρμοδιότητες και οι διαδικασίες λειτουργίας της Επιτροπής θα εξειδικευθούν στην απόφαση σύστασής της.

Άρθρο 27 Γνωμοδοτική Επιτροπή

Οι αποφάσεις ανάκλησης και επιστροφής ενισχύσε­ων, εκτός από αυτές που εκδίδονται κατόπιν αιτήσεων των φορέων των επενδύσεων, καθώς και ο τρόπος συμ­μόρφωσης προς δικαστικές αποφάσεις και συστάσεις ελεγκτικών οργάνων για επενδυτικά σχέδια που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του παρόντος, εκδίδονται κατόπιν γνωμοδότησης Γνωμοδοτικών Επιτροπών. Οι Επιτροπές αυτές συνιστώνται και συγκροτούνται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της παραγράφου Ε1 του άρθρου 14. Στην απόφαση συγκρότησης ορίζεται η σύνθεση της Επιτροπής, τυχόν ειδικές περιπτώσεις σχετικά με την έκ­δοση αποφάσεων τροποποιήσεων, ολοκλήρωσης και έναρξης παραγωγικής λειτουργίας επενδύσεων για τις οποίες απαιτείται προηγούμενη γνωμοδότηση, καθώς και κάθε θέμα σχετικό με τον τρόπο λειτουργίας της. Ο αριθμός των μελών της Επιτροπής με δικαίωμα ψήφου δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15). Τα μέλη αυτά προέρχονται από στελέχη των φορέων της παρα­γράφου 2 του άρθρου 13, συναρμόδιων υπουργείων και εποπτευόμενων φορέων, με εμπειρία σε θέμα του παρόντος νόμου, καθώς και από εκπροσώπους των κοι­νωνικών εταίρων και ειδικούς σε θέματα επενδύσεων και η θητεία τους ορίζεται διετής.

Άρθρο 28 Έναρξη ισχύος

Η ισχύς της παρούσας απόφασης αρχίζει από τη δημο­σίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.